Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Γιῶργος Σεφέρης — Γράμματα στη Μαρώ
«Η αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω την εντύπωση πως,
αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’ αγαπούσες λιγότερο»

Τα ερωτικά γράμματα του ποιητή προς στην αγαπημένη του Μαρώ είναι μικρά δοκίμια του έρωτα 

«…Σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…» 

«Η αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω την εντύπωση πως, αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’ αγαπούσες λιγότερο» 

«Πιστεύω πως εσύ είσαι η ζωή μου. Αν το θέλεις να κάνω τη ζωή μου μακριά σου, βέβαια θα την κάνω -γιατί το δικό σου θέλημα θα γίνει και όχι το δικό μου- δε θα το κάνω όμως χωρίς εσένα. Αισθάνομαι πως μαζί σου άνοιξε ένας άγνωστος δρόμος μπροστά μου..» 

«Ένα πράγμα με πείραξε, με πλήγωσε βαθιά μέσα στο γράμμα σου. Πώς μπόρεσες, έπειτα από τόση αγάπη, να αισθανθείς ξαφνικά μόνη σου. Αυτό το “μόνη μου έπρεπε” είναι κάτι, πώς να το πω, που με ατιμάζει» 

«Μ’ έχεις κλείσει σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου ακούω τη φωνή σου χωρίς να μπορώ να διακρίνω τα λόγια σου. Τον τελευταίο καιρό έχεις χαθεί… Η τελευταία εβδομάδα ήταν άθλια. Βλέπεις, μόλις δεν είναι ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τίποτε δε γίνεται.» 

«Αν έχω την τύχη να σου δώσω κάτι που να κρατήσεις μέσα σου από την αληθινή ζωή, αν μπορέσω να σε κάνω να νιώσεις ότι έχουμε κάτι μέσα μας που είναι μεγάλη αμαρτία να το εξευτελίζουμε, θα είναι αρκετό. Κι αυτά όλα που σου γράφω, τόσο ήρεμα τώρα, με κάνουν να συλλογίζομαι πως δεν είναι δυνατό να μην είναι κανείς απάνθρωπος, όταν είναι απάνθρωπη η ζωή.» 

«Αισθάνομαι πως τρέχω με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα, πως κάποιος, ίσως εσύ, μου φωνάζει «Σταμάτησε. Σταμάτησε». Ίσως αυτός που μου φωνάζει έχει δίκιο, αλλά αισθάνομαι ακόμη πως, αν σταματήσω απότομα, είναι καταστροφή.-τρελό μου παιδί, όλα αυτά τίποτα δεν ξέρουν να πουν, άμα έρθω κοντά σου ίσως καταλάβεις κάτι περισσότερο….» 

«Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’ αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ αυτόν τον πόνο, είναι κομμένοι. Πως μόνο απ΄ αυτόν μπορώ πια να περάσω.» 

«Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου. Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα.» 

«Κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις λίγο πιο κοντά σου όπως, αν ήταν βολετό να σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο» 

«Άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει “Θεέ μου πόσο την αγαπώ” κι αμέσως έπειτα μια ιδέα θανάτου φανερώθηκε κοντά κοντά μ’ αυτή τη φράση. Δυό πράγματα θα μπορούσαν να με σώσουν όπως είμαι τώρα. Να σ’ έχω, είτε να κινδυνέψω τη ζωή μου. Δυστυχώς είμαι περιτριγυρισμένος από άπειρη ασφάλεια και το άλλο δε γίνεται, γιατί εγώ δε το θέλω να γίνει, όπως τουλάχιστον έχω πείσει τον εαυτό μου» 

«Μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…» 

«Είμαι πονεμένος σ’ όλες τις μεριές και στο σώμα και στο πνεύμα. Δεν μπορώ να κάνω έναν συλλογισμό στοιχειώδη χωρίς να ρθεις ξαφνικά να τον κόψεις» 

«Μου φαίνεται πώς κάθε γράμμα είναι το τελευταίο, και πως, αν δε σου δώσω ό,τι μπορώ να σου δώσω σε μια στιγμή, δε θα μπορέσω να σου το δώσω ποτέ.» 

«Τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ξεκίνησα να σ΄εύρω. Φανερώθηκες μέσα από ένα τίποτε-θυμάσαι; δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού βγήκες. Ένας χρόνος και τι μαρτύριο. Σε θέλω. Ας ήσουν εδώ, ας παρουσιαζόσουν όπως εκείνη την αυγή κι ας με κάρφωναν έπειτα με τα εφτά καρφιά πάνω στα σανίδια του παραθύρου που είναι μπροστά μου..» 

«Η αυγή με κρυφοκοιτάζει από τα κλειστά παντζούρια. Ξύπνησα μέσα σε μια διακοπή -ένα λάκκο της λογικής μου και της ψυχραιμίας μου- είμαι μόνο μία φωνή και μία επιθυμία. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένας άνθρωπος που πονεί διαβολεμένα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο παρά πως ξύπνησα καίγοντας και δεν ήσουν πλάι μου. Και είναι μεγάλη κόλαση αυτό, και μου είναι αδιάφορα όλα τα άλλα» 

«Είμαι βαρύς από ένα σωρό συναισθήματα που δε θέλω να ξεσπάσουν. Μία μέρα, αργότερα -ποιος ξέρει αν μας είναι γραφτή λίγη γαλήνη ακόμη- θα είμαι κοντά σου, θα κλείσω τα μάτια και θα τα αφήσω να βγουν… φαίνεται σήμερα σ’ αγαπώ σιωπηλά.» 

«Όταν πάει να πάρει κανείς μια μεγάλη απόφαση, ποτέ δε μπορεί να τα δει όλα. Βλέπει έναν κύκλο σαν το μισοφέγγαρο, μισό φωτεινό και μισό σκοτεινό. Πάνω στο φωτεινό μέρος βάζει όλη του τη λογική. Πάνω στο σκοτεινό όλη του την παλικαριά και την πίστη….» 

«Πόσα πράγματα που έχω να σου πώ ή να σου δείξω και που δε μ’ άφησε η λαχανιασμένη ζωή μας. Όλα τα πράγματα που λέει κανείς όταν πέσει λίγη μπουνάτσα, όταν ξεδιψάσει λίγο, και είναι σίγουρος πως δε θα χάσει τον άνθρωπό του…» 

«Αν είχα χρήματα, λες. Μα αν είχα οτιδήποτε απ΄αυτά που δεν έχω, δε θα είχα εσένα. Έτσι αγαπώ όλη μου τη ζωή γιατί ήρθε ως εσένα, τέτοια που ήταν κι όχι άλλη…» 

«…Χτες πρώτη φορά, το βράδυ, ύστερα από τόσον καιρό έπιασα λίγη λογοτεχνική δουλειά. Ήταν σα να είχες νυστάξει μέσα στη σκέψη μου και να σ΄ είχε πάρει ο ύπνος.» 

«…Ξέρεις πόσο πολύ είναι για μένα οι λίγες στιγμές μαζί σου;» 

«…Σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ' έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…» 

«Σε συλλογίζομαι. Σήμερα το πρωί ξυπνώντας ήσουν εκεί. Θα σε ξαναβρώ πάλι σε κάποια γωνιά του σπιτιού μου να ξεμυτίζεις. Κι όλα αυτά είναι ο,τι είναι. Κάποτε βαριά….» 

«Αν μπορώ να σου δώσω μια μικρή χαρά, πρέπει να σου τη δώσω αμέσως. Μακάρι κάθε μέρα να μπορούσα. Κάθε μέρα ως την τελευταία στιγμή. Μ’ έκανες να σκεφτώ ένα πράγμα που σκεπτόμουν πολύ λίγο άλλοτε, την ευτυχία» 

«Και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ’ αρέσουν» 

«Όπως δεν μπορείς να καταλάβεις το ψάρι, αν δεν είσαι ψάρι ή το πουλί, αν δεν είσαι πουλί, έτσι δεν μπορείς να καταλάβεις το μοναχό άνθρωπο, αν δεν είσαι μοναχός. Πώς να με καταλάβεις λοιπόν, χρυσή μου;» 

«Πού να είσαι τώρα; Εδώ έξι, στην Αθήνα επτά. Πού να είσαι; Πάντα το ίδιο ερώτημα, μόνο η επιθυμία είναι λιγότερη ή περισσότερη. Κάποτε τη μισώ. Δε μ’ αφήνει να σ’ αγαπώ όπως θέλω, δε μ’ αφήνει να ξέρω καν πώς σ’ αγαπώ. Κοντά και μακριά είναι βάσανο οι αισθήσεις. Πώς να είναι άνθρωπος κανείς;» 

«Θα ήθελα τρεις μέρες κοντά σου χωρίς λέξη. Λέξη…» 

«Φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ αγαπώ» 

«Ρωτιέμαι καμιά φορά πως θα μιλούσες, αν ήσουν κοντά μου. Πόσα λίγα πράγματα μπορεί να φτιάξει η φαντασία. Ρωτιέμαι ακόμη πως θα ήσουν, εσύ, ζωντανή, κοντά μου…» 

«Δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα -κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα» 

doctv

περισσότερα για τον ποιητή και την αγαπημένη του Μαρώ, εδώ

Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος — Έξοδος κινδύνου
«Όταν οι ιδέες θα ξαναγίνουνε ιδέες...
τότε θα πάψει κι ο πλανήτης μας να ταλαντεύεται
πότε από δω, πότε από κει, πάνω στον άξονά του.»


Όταν οι ιδέες θα ξαναγίνουνε ιδέες
(γιατί κι αυτό μπορεί να γίνει αλλά σε μακρυνούς καιρούς)
όταν θα ξαναρχίσουν οι μορφές να διαχωρίζονται 
απ' το χάος,
όταν οι έννοιες θ' αποχτήσουνε τη στερεότητά τους,
όταν οι λέξεις θα ονομάζουνε συγκεκριμένα πράγματα,
τότε θα πάψει κι ο πλανήτης μας να ταλαντεύεται
πότε από δω, πότε από κει, πάνω στον άξονά του.
«Διαμαρτυρία» - Αθήνα, Διογένης, 1974.

nikiforosvrettakos

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος — Στήν Τζένη*
«Εἶχες μέσα σου χρώματα νά ὑφάνεις
τόν κόσμο σου δίπλα στόν κόσμο μου.
Ἐγώ εἶχα λέξεις, ἐσύ εἶχες φῶς.

The painting shows Samantha smiling sweetly 
as she holds a bunch of flowers and clutches a letter.
Εἶχες μέσα σου χρώματα νά ὑφάνεις
τόν κόσμο σου δίπλα στόν κόσμο μου.
Ἐγώ εἶχα λέξεις, ἐσύ εἶχες φῶς.
Ἀλλά ἦρθε στόν ὕπνο μου χτές
ἕνας ἄγγελος καί μοῦ χάιδεψε
τήν καρδιά, λέγοντάς μου πώς ὄχι
τά διάφανα σάν ψυχές παιδικές,
ἤ ἕνα μέρος τῆς αὐγῆς χρώματά σου
ἀκόμη δέν τά παράδωσες.

* αφιερωμένο στην κόρη του, Ευγενία Βρεττάκου-Παπαδημητρίου

Εκκρεμής δωρεά - Αθήνα, Τα Τρία Φύλλα, 1986.
nikiforosvrettakos

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος — Κεκλεισμένων τῶν θυρῶν
«Χρειάζεται ὁ κόσμος ροῦχα ψυχή μου,
γιά ὧρες βροχῆς, γιά ὧρες ἀνέμου,
γιά ὧρες ἀφέγγαρης λύπης/καί νύχτας.»

The Pinch of Poverty - 1891 Thomas-Benjamin-Kennington
Αὐτή τήν τραχύτητα
τῶν λέξεων, ψυχή μου, πῶς τή μπορεῖς;
Χαμήλωσε τώρα, ἤ σώπασε,
ὅπως οἱ πέτρες, ἤ ὅπως
ὁ ἄλαλος πόνος, ἤ ἄλλαξε.
Γίνου κάτι ἄλλο. Κάτι σάν τήν ἀφή
τοῦ ἥλιου στά δάχτυλα
τοῦ τυφλοῦ.
Κλείσου τώρα καί γνέσε,
μαλλί τοῦ ἥλιου, τό αἷμα σου,
ζῶσε τόν κόσμο. Γίνου κλωστές,
ὥρα νά ὑφάνουμε.
Χρειάζεται ὁ κόσμος ροῦχα ψυχή μου,
γιά ὧρες βροχῆς, γιά ὧρες ἀνέμου,
γιά ὧρες ἀφέγγαρης λύπης
καί νύχτας. Γύρω ἀπό τήν
ἐρημιά τῆς ἐλπίδας, χρειάζεται ὁ κόσμος
ἕναν ὁρίζοντα. Γίνου καθώς
ἀπάνω ἀπ’ τούς λόφους κάποτε ὁ Μάης
βροχούλα μετάξινη:
Παρηγορία καί φῶς, στούς ὤμους
τοῦ κόσμου.

Από το "ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ", 1961

Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

Αλέξανδρος Παναγούλης — Η Μπογιά
Όμως μπογιά δε βρήκαν
Γιατί στιγμή δε σκέφτηκαν
στις φλέβες μου να ψάξουν


Ζωντάνεψα τους τοίχους
φωνή τους έδωσα
πιο φιλική να γίνουν συντροφιά.

Κι οι δεσμοφύλακες ζητούσαν να μάθουνε

που βρήκα τη μπογιά.
 
Οι τοίχοι του κελιού
το μυστικό το κράτησαν
κι οι μισθοφόροι ψάξανε παντού.
 
Όμως μπογιά δε βρήκαν
Γιατί στιγμή δε σκέφτηκαν
στις φλέβες μου να ψάξουν
Στρατιωτικές φυλακές Μπογιατίου - Απομόνωση - Ιούνιος 1971


ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ ΤΟΥ ΑΛΕΚΟΥ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗ
από την έκδοση «ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ», εκδ. ΠΑΠΑΖΗΣΗ

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Γιώργος Σεφέρης — Δεκαέξι χαϊκού
Πού να μαζεύεις/τα χίλια κομματάκια/του κάθε ανθρώπου.

Ένα χαϊκού διαβάζεται σε μιαν αναπνοή
Το χαϊκού είναι γιαπωνέζικη στιχουργική μορφή, που έγινε αρκετά δημοφιλής στη Δύση από τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. 
Πρόκειται για επιγράμματα 17 συλλαβών, που διαιρούνται σε τρεις ανομοιοκατάληκτους στίχους (5, 7 και 5 συλλαβών).
Α'
Στάξε στη λίμνη
μόνο μια στάλα κρασί
και σβήνει ο ήλιος.

Β'
Στον κάμπο ούτ' ένα
τετράφυλλο τριφύλλι.
Ποιος φταίει απ' τους τρεις;

Γ'
Στον κήπο του μουσείου
Άδειες καρέκλες
τ' αγάλματα γύρισαν
στ' άλλο μουσείο.

Δ'
Να 'ναι η φωνή
πεθαμένων φίλων μας
ή φωνογράφος;

Ε'
Τα δάχτυλά της
στο θαλασσί μαντίλι
κοίτα: κοράλλια.

ΣΤ'
Συλλογισμένο
το στήθος της βαρύ
μες στον καθρέφτη.

Ζ'
Φόρεσα πάλι
τη φυλλωσιά του δέντρου
κι εσύ βελάζεις.

Η'
Νύχτα, ο αγέρας
ο χωρισμός απλώνει
και κυματίζει.

Θ'
Νέα μοίρα
Γυμνή γυναίκα
το ρόδι που έσπασε
ήταν γεμάτο αστέρια.

Ι'
Τώρα σηκώνω
μια νεκρή πεταλούδα
χωρίς φτιασίδι.

ΙΑ'
Πού να μαζεύεις
τα χίλια κομματάκια
του κάθε ανθρώπου.

ΙΒ'
Άγονος γραμμή
Το δοιάκι τι έχει;
Η βάρκα γράφει κύκλους
κι ούτε ένας γλάρος!

ΙΓ'
Άρρωστη Ερινύς
Δεν έχει μάτια
τα φίδια που κρατούσε
της τρών' τα χέρια.

ΙΔ'
Τούτη η κολόνα
έχει μια τρύπα, βλέπεις
την Περσεφόνη;

ΙΕ'
Βουλιάζει ο κόσμος
κρατήσου, θα σ' αφήσει
μόνο στον ήλιο.

ΙΣΤ'
Γράφεις
το μελάνι λιγόστεψε
η θάλασσα πληθαίνει.

Το κυρίαρχο συναίσθημα στα ΙΑ΄, ΙΕ΄, ΙΣΤ΄

IA΄
Πού να μαζεύεις
τα χίλια κομματάκια
του κάθε ανθρώπου.

Ο ποιητής επιχειρεί να αποδώσει εδώ την αίσθηση πως ο ψυχικός και ο συναισθηματικός κόσμος των ανθρώπων είναι συχνά θρυμματισμένος, λόγω των πολλαπλών επώδυνων εμπειριών της ζωής τους. 

Κάθε άνθρωπος έχει βιώσει ποικίλες απογοητεύσεις και οδυνηρά ψυχικά τραύματα, έχει γνωρίσει την απώλεια κι έχει αναγκαστεί να θυσιάσει πολλά από τα όνειρά και τις ελπίδες του προκειμένου να βρει το κουράγιο να συνεχίσει τον αγώνα της ζωής. Υπ’ αυτή την έννοια η ψυχοσύνθεση κάθε ανθρώπου μοιάζει μ’ ένα σκορπισμένο ψηφιδωτό που δύσκολα μπορεί κάποιος άλλος να το κατανοήσει και να το ανασυνθέσει.
Η προσπάθεια, επομένως, που απαιτείται για να γνωρίσουμε πραγματικά έναν άνθρωπο είναι εξαιρετικά κοπιώδης, εφόσον, όπως χαρακτηριστικά το παρουσιάζει ο ποιητής, είναι να σαν προσπαθούμε να μαζέψουμε τα χίλια μικρά κομμάτια της ψυχής του. Έτσι, ο ποιητής εμφανίζεται απρόθυμος να βιώσει εκ νέου αυτή τη δοκιμασία των διαπροσωπικών επαφών, φανερώνοντας μια απαισιόδοξη στάση απέναντι στην κοινωνική και προσωπική ταυτότητα των ανθρώπων∙ οι άνθρωποι έχουν χάσει την εσωτερική συνοχή τους και την ψυχική τους αρτιότητα, καθιστώντας κάθε επαφή μαζί τους μια πραγματική δοκιμασία. 

Συχνά, άλλωστε, οι άνθρωποι λόγω ακριβώς των ποικίλων εσωτερικών τους αντιθέσεων και του ψυχικού τους κατακερματισμού αδυνατούν να επιτύχουν την επιζητούμενη αίσθηση πληρότητας και ικανοποίησης. Βρίσκονται διαρκώς σε μία κατάσταση έλλειψης, που τους οδηγεί είτε στο να επικρίνουν τον εαυτό τους είτε στο να μεταθέτουν την ευθύνη αυτής της έλλειψης στους άλλους. 
Η καθημερινότητά τους αποτελεί ένα διαρκές παράπονο και μια συνεχή μεμψιμοιρία, καθώς αισθάνονται πως δεν έχουν όσα ή ό,τι επιθυμούν και πως οι άνθρωποι γύρω τους δεν τους βοηθούν όσο ή όπως θα το ήθελαν οι ίδιοι.

IE΄

Βουλιάζει ο κόσμος
κρατήσου, θα σ’ αφήσει
μόνο στον ήλιο.

Ο ποιητής εκφράζει την αίσθησή του πως απομονώνεται και απομακρύνεται απ’ τον υπόλοιπο κόσμο, καθώς, όπως διαπιστώνει ολοένα και περισσότερο, η πλειονότητα των συμπολιτών του «βουλιάζει» σ’ ένα τέλμα ανομίας, ανηθικότητας και εξαχρείωσης. 

Η συνεχής επιδίωξη του κέρδους, η αναζήτηση της ευκολίας, η αδιαφορία απέναντι στα κρίσιμα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, και η απαξίωση κάθε ηθικής αξίας, έχει διαμορφώσει ένα τοξικό περιβάλλον εντελώς ασύμβατο με τις ψυχικές και ηθικές ποιότητες του ποιητή.
Το αίτημα προς τον εαυτό του να κρατηθεί, ώστε να μην παρασυρθεί από την κατάπτωση των άλλων, θα τον διαφυλάξει μεν από την απώλεια της ηθικής του ταυτότητας, θα τον αφήσει όμως μόνο του στο φως του ήλιου και στην αγνή θέαση της ζωής. Ο ποιητής θα βρεθεί έτσι αντιμέτωπος με μια ιδιότυπη μοναξιά, καθώς, ενώ θα βρίσκεται ανάμεσα σε ανθρώπους, επί της ουσίας θα είναι σα να μην έχει κανέναν γύρω του, αφού κανείς δεν θα μοιράζεται πια την εκτίμησή του για τις ηθικές αξίες της ζωής. Σ’ έναν κόσμο όπου θα κυριαρχεί η διαφθορά κι η αποκλειστική επιδίωξη του προσωπικού κέρδους, ο ποιητής θα αισθάνεται εντελώς απομονωμένος, διότι δεν θα θέλει να ακολουθήσει μια αντίστοιχη πορεία απομάκρυνσης από τις αγαθές αξίες της ζωής.

IΣT΄
Γράφεις·
το μελάνι λιγόστεψε
η θάλασσα πληθαίνει.

Ο ποιητής απευθυνόμενος εκ νέου στον εαυτό του σε β΄ πρόσωπο αποδίδει μέσα από μια απρόσμενη αντίθεση τις δυσκολίες που παρουσιάζει η τέχνη του. Τη στιγμή που γύρω του η «θάλασσα» των προβλημάτων, και κατ’ επέκταση τα πιθανά, προς μετουσίωση σε ποιητικό λόγο, θέματα πληθαίνουν διαρκώς, το δικό του μελάνι -η έμπνευση κι η δυνατότητά του να δημιουργεί ποιητικό λόγο- λιγοστεύει.
Ο ποιητής ως ευαίσθητος αποδέκτης της κοινωνικής πραγματικότητας αντιλαμβάνεται τον συνεχή πολλαπλασιασμό των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι συγκαιρινοί του και γνωρίζει πόσο πιο δύσκολη γίνεται μέρα με τη μέρα η ζωή∙ γνωρίζει πόσο πιο περίπλοκες έχουν γίνει με τον καιρό οι ανθρώπινες σχέσεις και πόσο βαθύτερες είναι οι ανησυχίες των ανθρώπων γύρω του. Δυσκολεύεται, ωστόσο, ολοένα και πιο πολύ να μετουσιώσει σε ποιητικό λόγο αυτούς του προβληματισμούς, καθώς όσο περισσότερο επιχειρεί να πλησιάσει τις δυσκολίες της καθημερινότητας τόσο πιο απαιτητική γίνεται η προσπάθεια να διαφυλάξει την ποιητικότητα της έκφρασής του. 

Ό,τι μπορεί, άλλωστε, να διερευνηθεί με επάρκεια στο πλαίσιο του πεζού λόγου, δεν είναι εξίσου εύκολο να δοθεί με ποιητικό λόγο, χωρίς ζημιωθεί η λυρική εκείνη πτυχή της ποίησης που τη διακρίνει από τα άλλα είδη του γραπτού λόγου.
Υπ’ αυτή την έννοια η αύξηση των ερεθισμάτων λόγω του πλήθους των κοινωνικών ζητημάτων και προβλημάτων, όχι μόνο δεν διευκολύνει το δύσκολο έργο του ποιητή, αλλά το καθιστά ακόμη δυσκολότερο, εφόσον η ποιητική έκφραση δεν μπορεί να λάβει την ελεύθερη και άμεση διατύπωση του πεζού λόγου. Η ποίηση θέτει συγκεκριμένους περιορισμούς και απαιτεί σημαντική προσπάθεια -όπως και έμπνευση- από τη μεριά του δημιουργού, γεγονός που την καθιστά μια δύσκολα επιτεύξιμη μορφή έκφρασης.

Δοκιμάστε να εντοπίσετε σε κάθε ποίημα μια παράδοξη εικόνα και να την ερμηνεύσετε.

...........
η συνέχεια εδώ