Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

Μενέλαος Λουντέμης — Τὸ παραμύθι ἑνὸς ραγισμένου ἔρωτα
«Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο/καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,/ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,/γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.»

The Dance Of Ebb & Flow by Duy Huynh
Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸν καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:

«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».
Ποιός μου χτυπᾷ τὸ τζάμι;
Μὴ μοῦ χτυπᾶτε.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ κατοικεῖ ἡ Μοναξιὰ
μὲ μόνιμη νοικάρισα τὴ Πλήξη.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Μάταια χτυπᾶτε.
Ἐγὼ δὲ μπορῶ ν᾿ ἀνοίξω.
Δὲ μπορῶ νὰ συρτῶ
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου,
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ ἄλλου κόσμου.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ εἶν᾿ ἕνα ξερὸ ἔντομο
σ᾿ ἕνα κόσμο, -φέρετρο-
ὅπου ἀπαγορεύεται -μὲ κίνδυνο ἀνάστασης-
ἀκόμη κι ὁ θάνατός σου!

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Κάνετε λάθος.
Λάθος στὸ σπίτι.
Λάθος στὴ πόρτα.
Λάθος στὸν αἰῶνα.
Λάθος. Λάθος. Λάθος!

Γι᾿ αὐτὸ πάψτε.
Πάψτε -γιὰ τὸ Θεό- νὰ μοῦ χτυπᾶτε!
Σᾶς τὸ ξαναλέω- μή!
Ἐδῶ δὲ κατοικῶ ἐγώ.
Ἐδῶ κατοικεῖ μία αἱμοβόρα
κι ἀκροβάτισα ἀράχνη,
ποὺ πρὶν λίγο ἔφαγε μία πεταλούδα.
Μιὰ χρυσή, λεπτὴ πεταλούδα,
ποὺ -ἀλίμονο- εἶχε τ᾿ ὄνομά μου!

Ἄρα δὲν εἶχα ἀγαπηθεῖ, αὐτὸ ἦταν ὅλο
Ἴσως ἀνόητα ὑποδύθηκα τὸ ρόλο
Γελωτοποιοῦ πολὺ μετρίας κλάσης
Λησμονημένος σὲ μιὰν ἄχρηστη ἀποθήκη
Ἠλίθιος κοῦκλος μὲ σπασμένη μύτη

Τέσσερα Ποιήματα ἀπὸ τὴν συλλογή: 
«Κάτω Ἀπὸ Τὰ Κάστρα Τῆς Ἐλπίδας»

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Μικρή Νυχτερινή Ονειροπόληση
«οι ποιητές το βάθος της αβύσσου θα μετρήσουν.»

,
Portrait of Dr Gauchet by Vincent van Gogh

Τα βράδια συνήθως αγρυπνώ και περιποιούμαι τα λουλούδια
που είναι ζωγραφισμένα στο κάλυμμα του καναπέ
σκέφτομαι πως κάποτε κι εκείνα θ’ ανθίσουν
οι νεκροί θα ξαναγυρίσουν
τ' αγάλματα θα θυμηθούν να ξαναμιλήσουν
οι εραστές ειρήνη θα κλείσουν
αυτοί που άργησαν τον χαμένο καιρό θα ξανακερδίσουν
οι ποιητές το βάθος της αβύσσου θα μετρήσουν.

από τη Συλλογή «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου» 1990
Ενότητα: Α - Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 466

Τάσος Λειβαδίτης — Σελίδες ύπνου
«Εκεί που τελειώνουν τα όνειρα, εκεί αρχίζει η ζωή μας»
«σελίδες του ύπνου που κανείς δεν ξέρει να τις διαβάσει και τις/αποστηθίζουν τα πουλιά»


Εκεί που τελειώνουν τα όνειρα, εκεί αρχίζει η ζωή μας
κι α, πόσο ανυποψίαστα ζήσαμε – ο παππούς το βράδυ ξεσκόνιζε
   τη ρεντικότα του απ’ τη σκόνη της ημέρας
κι εγώ αποκοιμιόμουν στο σκαλοπάτι ενός παραμυθιού
ή ανάμεσα στα δεντρολίβανα μια μικρή σαύρα μάς τρόμαζε σαν
   ένας πρώιμος έρωτας –
κι αυτός ποιος είναι που έρχεται πίσω μας, κι αυτός ο άλλος ποιος
   είναι που ακολουθούμε
σελίδες του ύπνου που κανείς δεν ξέρει να τις διαβάσει και τις
   αποστηθίζουν τα πουλιά
παλιά βαλς στο γραμμόφωνο κ’ η αστροφεγγιά που στριφογύριζε
   καθώς χορεύαμε στον κήπο με την ωραία εξαδέρφη
κ’ ύστερα απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα είδαμε να φοράει το νυχτικό
   της σα μια τριανταφυλλιά που ρίχνει μονομιάς όλα
   τα λουλούδια της –
σιωπηλό αίνιγμα του κόσμου που αναθρώσκεις με τους βραδινούς
   καπνούς
απαλό θρόισμα των δέντρων σαν ένας ποιητής να φυλλομετράει
   το βιβλίο του.

από τη Συλλογή «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου» 1990
Ενότητα: Α - Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 465

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Η ανάληψη
«Το άλλο πρωί έμαθα ότι έφυγε – γιατί, βέβαια, Θεέ μου,
κάπου θα υπάρχει ένας κόσμος καλύτερος… »

Νικόλαος Κουνελάκης, Η Ανάληψη (1868)
… Πιστεύω στα διστακτικά αδέξια βήματα των ταπεινών
και στον Χριστό που διασχίζει την Ιστορία…

  Πέρασαν μήνες. Το δωμάτιο δίπλα έμενε άδειο. Ώσπου ήρθε
ένας νέος ενοικιαστής. Δεν είχα δει ποτέ το πρόσωπό του, άκου-
γα μόνο, μέρα νύχτα, αδιάκοπα τα βήματά του στην κάμαρα.
«Αυτός θα πηγαίνει πολύ μακριά», σκεφτόμουν. Τέλος, ένα βράδυ
τα βήματα σταμάτησαν. «Επιτέλους, έφτασε», είπα μέσα μου με
ανακούφιση.
  Το άλλο πρωί έμαθα ότι έφυγε – γιατί, βέβαια, Θεέ μου,
κάπου θα υπάρχει ένας κόσμος καλύτερος…

από τη Συλλογή «Ο τυφλός με τον λύχνο» 1983
Ενότητα: «Ο αδελφός Ιησούς» - Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 166

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

Βασιλική Δεδούση — Αγάπη

The Raising of the Cross, Peter Paul Rubens
Κι όταν ένα παιδί σε ρώτησε «Δάσκαλε, τι πα να πει Αγάπη;»
τράβηξες απ’ τους ώμους Σου της αμαρτίας το τριδέντρι
    στο χώμα το απόθεσες και
σταυρωτά καρφώθηκες 
                                      επάνω του.

Βασιλική Δεδούση — Καλαθοπλέκτες

ARTHUR HOPKINS "The Visitor" 

Μετά το μεσονύχτι ασταμάτητα
βρέφη και νήπια μες στη σιωπή πλέκουνε καλαθάκια και
    πριν χαράξει
το δρόμο παίρνουν  για τα σπίτια της δυτικής μας ερημιάς,
επαίτες βιαστικοί για δυο σταγόνες γάλα και δυο μέλι, για μια μπουκιά ψωμί
πέρα μακριά
    τα περιμένει Εκείνος
τις δυο σταγόνες γάλα, τις άλλες δύο μέλι και τη μια μπουκιά ψωμί
    να πολλαπλασιάσει
και να χορτάσει πεινασμένους, υπερπολλαπλάσιους
    των πεντακισχιλίων,
                                       της κοινωνίας της αφθονίας μας.