Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Μυρτιώτισσα — Σ’ αγαπώ
Μπρος στα πόδια σου εδώ/Με λαχτάρα σκορπώ
Τον πολύφυλλο ανθό/Της ζωής μου

Leonid Afremov- Rainy Wedding
Σ΄αγαπώ - δεν μπορώ
τίποτ' άλλο να πω
πιο βαθύ, πιο απλό,
πιο μεγάλο!

Μπρος στα πόδια σου εδώ
με λαχτάρα σκορπώ
τον πολύφυλλο ανθό
της ζωής μου.

Ώ μελίσσι μου, πιες
απ΄αυτόν τις γλυκές,
τις αγνές ευωδιές
της ψυχής μου!

Τα δυο χέρια μου - νά!
στα προσφέρω δετά,
για να γείρεις γλυκά
το κεφάλι,

κ΄η καρδιά μου σκιρτά
κι όλη ζήλεια ζητά
να σου γίνει ως αυτά
προσκεφάλι!

Και για στρώμα, καλέ,
πάρε όλην εμέ -
σβήσ΄τη φλόγα σε με
της φωτιάς σου,

ενώ δίπλα σου εγώ
τη ζωή θ΄αγροικώ
να κυλάει στο ρυθμό
της καρδιάς σου!..

Σ΄αγαπώ - τι μπορώ
ακριβέ, να σου πώ,
πιο βαθύ, πιο απλό,
πιο μεγάλο;
"Κίτρινες φλόγες" Αθήνα, 1925

💖💖💖💖💖💖💖💖
Μυρτιώτισσα, η ποιήτρια της αγάπης:

Η Μυρτιώτισσα (λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Θεώνης Δρακοπούλου) γεννήθηκε το 1885 σε προάστιο της Κωνσταντινούπολης. Ο πατέρας της ήταν διπλωμάτης και έξι χρόνια μετά τη γέννηση της Θεώνης διορίστηκε γενικός πρόξενος της Ελλάδας στην τουρκοκρατούμενη τότε Κρήτη, όπου μετακόμισε μαζί με την οικογένειά του. Μετά από παραμονή δυο χρόνων στο νησί, εγκαταστάθηκαν οριστικά στην Αθήνα, όπου η Θεώνη φοίτησε στη Σχολή Χιλλ της Πλάκας.
περισσότερα εδώ

Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Μάνος Χατζιδάκις — Μητέρα κι αδερφή
«Μητέρα κι αδερφή/δώσ’ μου μια ελπίδα, δώσ’ μου μιαν ευχή
η αγάπη ν’ απλωθεί/παντοτινή στη γη σαν προσευχή.»

Mother and Child in a Boat - 1892 Edmund Charles Tarbell
Η φωτιά που καίει δεν ωφελεί,
το παιδί δε γίνεται πουλί.
Μόνο κλαίει κλαίει ως το πρωί
και κανείς δεν του δίνει ένα φιλί.
Όλοι τρέχουν τρέχουν σαν τρελοί,
το παιδί θα καεί χωρίς φιλί.

Μητέρα κι αδερφή
δώσ’ μου μια ελπίδα, δώσ’ μου μιαν ευχή
η αγάπη ν’ απλωθεί
παντοτινή στη γη σαν προσευχή.

Το νερό που τρέχει στην πηγή
δεν ρωτά, δε γίνεται κραυγή.
Μόνο τρέχει τρέχει σαν τρελό
να χαθεί μέσα στο θολό νερό.
Μόνο τρέχει πάει στον ποταμό
και μας πνίγει στον πιο βαθύ καημό.

Μητέρα κι αδερφή
δώσ’ μου μια ελπίδα, δώσ’ μου μιαν ευχή
η αγάπη ν’ απλωθεί
παντοτινή στη γη σαν προσευχή.

«Η εποχή της Μελισσάνθης» - 1980


Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Κωστής Παλαμάς — Το Τραγούδι του Σταυρού
«Οἱ καταφρονεμένοι μ' ἀγκαλιάσανε
καὶ σὰ βουνὰ καὶ σὰ Θαβὼρ ὑψώθηκαν ἐμπρός μου·
οἱ δυνατοί τοῦ κόσμου μὲ κατάτρεξαν
γονάτισα στὸν ἤσκιο μου τοὺς δυνατούς του κόσμου.»

The Raising of the Cross, Peter Paul Rubens
Κ' ἒγυρ' Ἐκεῖνος τὸ ἄχραντο κεφάλι καὶ ξεψύχησε 
στὸ μαῦρο τὸ κορμί μου ἀπάνου·
ἄστρα γινήκαν τὰ καρφιὰ τοῦ μαρτυρίου του, ἄστραψα
κι ἀπὸ τὰ χιόνια πιὸ λευκὸς τὰ αἰώνια τοῦ Λιβάνου.

Οἱ καταφρονεμένοι μ' ἀγκαλιάσανε
καὶ σὰ βουνὰ καὶ σὰ Θαβὼρ ὑψώθηκαν ἐμπρός μου·
οἱ δυνατοί τοῦ κόσμου μὲ κατάτρεξαν
γονάτισα στὸν ἤσκιο μου τοὺς δυνατούς το
 κόσμου.

Τὸν κόσμο ἂν ἐμαρμάρωσα, τὸν κόσμο τὸν ἀνάστησα,
στὰ πόδια μου ἄγγελοι οἱ Καιροί, γύρω μου σκλάβες οἱ Ὧρες.
Δείχνω μιὰ μυστικὴ Χαναὰν στὰ γαλανὰ ὑπερκόσμια·
μὰ ἐδῶ πατρίδες πάναγνες εἲσαστ' ἐσεῖς, τρεῖς Χῶρες!

Ὢ πρώτη ἐσύ, Ἱερουσαλήμ! τοῦ βασιλιᾶ προφήτη σου
μικρὴ εἶν' ἡ ἅρπα γιὰ νὰ εἰπῆ τὴ νέα μεγαλωσύνη.
Τοῦ Σολομώντα σου ὁ ναὸς μ' ἀντίκρυσε, καὶ ράγισε·
καινούργια δόξα ντύθηκαν τῆς Ἰουδαίας οἱ κρίνοι.

Κ' ὕστερα ὑψώθηκα σ' ἐσένα, ὢ Πόλη, ἑφτάλοφο ὅραμα,
κ' ἔγινα φῶς τῶν οὐρανῶν, τὸ θάμα τοῦ Ἰορδάνη,
τοὺς Κωνσταντίνους φώτισα καὶ τοὺς Ἡράκλειους δόξασα,
καὶ τρικυμίες δὲν ἔσβησαν ἐμέ, μηδὲ Σουλτάνοι.

Καὶ ὕστερα, ταξιδευτής, ἦρθα σ' ἐσένα, ἀσύγκριτη,
Ἀθήνα, τῶν ὡραίων πηγή, τῶν ἐθνικῶν κορώνα,
τὸν ἄγνωστο ἔφερα Θεό, καί, ἀπόκοτος, ἀψήφησα
τὴν πολεμόχαρη Παλλάδα μεσ' τὸν Παρθενώνα.

Καὶ γνώρισα τοὺς ἱλαροὺς θεοὺς καὶ στεφανώθηκα
τὴν ἀγριλιὰ τῆς Ἀττικῆς, τὴ δάφνη ἀπ' τὴν Ἑλλάδα,
καὶ ὢ λόγος πρωταγροίκητος! τοῦ Γολγοθὰ τὸ σύγνεφο
πῆρε τὴν ἄσπρη ὁμηρική του Ὀλύμπου λαμπεράδα.

Τὰ εἴδωλα τ' ἀφρόντιστα καὶ τὰ πασίχαρα ἔφυγαν,
ἀλλ' οὔτε πιὰ μεθάει τὴ γῆ τὸ ἀσκητικὸ μεθύσι,
ἂς λάμπη ἡ μυστικὴ χαρὰ στὰ γαλανὰ ὑπερκόσμια·
εἰν' ἐδῶ κάπου μία ζωή, καὶ εἲν' ἄξια γιὰ νὰ ζήσει.

Μὲ τὰ κλαδιὰ τῆς φοινικιᾶς νέα ὡσαννὰ λαχτάρισα
σ' ἐσένα, ὢ Γῆ Πανάγια καὶ ὢ πρώτη μου πατρίδα.
Σ' ἐσὲ γυρνῶ, Ἱερουσαλήμ, κ' ἕνα τραγούδι φέρνω σου·
Εἶναι πλασμένο ἀπὸ ψυχῆ καὶ ἀπὸ φωνὴ Ἑλληνίδα! 
Ασάλευτη ζωή [1913]

Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Οδυσσέας Ελύτης — «Άξιον Εστί» - Ψαλμός Δ΄
«Τις ήμερες μου άθροισα και δε σε βρήκα
και τα όπλα ζώστηκα και μόνος βγήκα
στη βοή των γκρεμών και στων άστρων τον κυκεώνα μου!»

The Blue Rider - 1903
Τις ήμερες μου άθροισα και δε σε βρήκα 
πουθενά, ποτέ, να μου κρατείς το χέρι 
στη βοή των γκρεμών και των άστρων τον κυκεώνα μου! 
Πήραν άλλοι τη Γνώση και άλλοι την Ισχύ 
το σκοτάδι με κόπο χαράζοντας 
και μικρές προσωπίδες, τη χαρά και τη θλίψη, 
στη φθαρμένη την όψη αρμόζοντας. 
Μόνος, όχι εγώ, προσωπίδες δεν άρμοσα, 
τη χαρά και τη θλίψη μου πίσω έριξα, 
γενναιόδωρα πίσω μου έριξα, 
την Ισχύ και τη Γνώση. 
Τις ήμερες μου άθροισα κι έμεινα μόνος. 
Είπαν οι άλλοι: γιατί; κι αυτός να κατοικίσει 
το σπίτι με τις γλάστρες και τη λευκή μνηστή. 
Άλογα τα πυρρά και τα μαύρα μου άναψαν 
γινάτι γι' άλλες, πιο λευκές Ελένες! 
Γι' άλλη, πιο μυστικήν αντρειά λαχτάρησα 
κι από κει που με μπόδισαν, ο αόρατος, κάλπασα 
στους αγρούς τις βροχές να γυρίσω 
και το αίμα πίσω να πάρω των νεκρών μου των άθαφτων! 
Είπαν οι άλλοι: γιατί; κι εκείνος να γνωρίσει 
κι εκείνος τη ζωή μέσα στα μάτια του άλλου. 
Αλλού μάτια δεν είδα, δεν αντίκρισα 
πάρα δάκρυα μέσα στο Κενό που αγκάλιαζα 
πάρα μπόρες μέσα στη γαλήνη που άντεχα. 
Τις ήμερες μου άθροισα και δε σε βρήκα 
και τα όπλα ζώστηκα και μόνος βγήκα 
στη βοή των γκρεμών και στων άστρων τον κυκεώνα μου!
🌟🌟🌟
Ο ποιητής προχωρά σ’ έναν απολογισμό των χρόνων που πέρασαν και συνειδητοποιεί πως παρά την ανάγκη και την επιθυμία του, δεν είχε ποτέ τη στήριξη Εκείνου∙ δεν είχε ποτέ την καθοδήγηση και την προστασία Του στο χάος και στις κρίσιμες στιγμές της πορείας του. 
Η ταυτότητα, ωστόσο, του «εσύ» που γίνεται αποδέκτης των παραπόνων του ποιητικού υποκειμένου, μπορεί να αναζητηθεί και στο πρόσωπο του πάντοτε αναγκαίου συνοδοιπόρου είτε αυτός είναι ένας φίλος είτε μια σύντροφος.
Ο Ελύτης παρουσιάζει εδώ στοιχεία του βίου και της προσωπικότητάς του που ενίσχυσαν και εδραίωσαν την αφοσίωσή του στην ποιητική του αποστολή. Η απροθυμία του να εγκλωβιστεί στους περιορισμούς που θέτει η έγγαμη διαβίωση κι η απέχθειά του για την υποκρισία και την ανηθικότητα που συνιστούν προαπαιτούμενα για τον υλικό πλουτισμό και την κοινωνική καταξίωση, φανερώνουν την αδιαπραγμάτευτη πίστη του στην πνευματική και ηθική ανεξαρτησία του ατόμου. Ο ποιητής επιλέγει να ζήσει μακριά από τους συνήθεις συμβιβασμούς και τη διάβρωση των ηθικών αξιών, ορίζοντας για τον εαυτό του έναν εξαιρετικά δύσκολο αγώνα προς όφελος του κοινωνικού συνόλου.

«Τις ημέρες μου άθροισα και δε σε βρήκα
πουθενά, ποτέ, να μου κρατείς το χέρι
στη βοή των γκρεμών και στων άστρων τον κυκεώνα μου!»


Η αναφορά στην απουσία του άλλου ανθρώπου, που θα είχε τη δυνατότητα να σταθεί ως στήριγμα και ως καθοδηγητής στο πλευρό του ποιητή, τονίζει την επώδυνη ερημία του, η οποία αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό το κίνητρο για την ισχυροποίηση των στοιχείων εκείνων που συνέθεσαν το μοναδικό της προσωπικότητάς του. Ο ποιητής εξαναγκάζεται να κινηθεί μόνος, μα ο εξαναγκασμός αυτός του παρέχει τη δύναμη να σταθεί πέρα από συναισθηματικές εξαρτήσεις, οποιασδήποτε μορφής, που θα τον καθιστούσαν πιθανώς πιο ευάλωτο στα κελεύσματα της κοινωνίας -των άλλων ανθρώπων-, για έναν συμβιβασμό στην κανονικότητα, και κατ’ επέκταση στη μέτρια και χωρίς κορυφώσεις ύπαρξη.
Η ανασκόπηση των ημερών που πέρασαν φανερώνει πως ο άλλος άνθρωπος δεν ήταν ποτέ εκεί, για να συμπαρασταθεί στο ποιητικό υποκείμενο∙ δεν ήταν ποτέ εκεί, για να τον συγκρατήσει, όταν πλησίαζε επικίνδυνα στην άκρη του γκρεμού, με τον ίλιγγο της συναισθηματικής κατάρρευσης να ηχεί στ’ αυτιά του. Δεν ήταν ποτέ εκεί στο συναισθηματικό στροβίλισμα, στην εσωτερική του δίνη, καθώς η μια νύχτα διαδεχόταν την άλλη, κι η ψυχή του δοκιμαζόταν ολοένα και περισσότερο.
Ο άλλος άνθρωπος, που με την παρουσία του θα προσέφερε στήριξη, θα παρείχε δύναμη, και θα αποτελούσε το έναυσμα για ένα ύστατο πλεόνασμα απαντοχής, δεν ήταν εκεί, τη στιγμή που ήταν αναγκαίος. Ο άλλος άνθρωπος, που δεν θα ζητούσε εξηγήσεις, μα θα ένιωθε την κάμψη της αντοχής και του κουράγιου, και θα έδινε απλόχερα απ’ τα δικά του αποθέματα, δεν βρέθηκε «ποτέ, και πουθενά».

«Πήραν άλλοι τη Γνώση και άλλοι την Ισχύ
το σκοτάδι με κόπο χαράζοντας
και μικρές προσωπίδες, τη χαρά και τη θλίψη,
στη φθαρμένη την όψη αρμόζοντας.»


Το ποιητικό υποκείμενο γνώρισε, όχι μόνο τη μοναξιά -την απουσία του άλλου ανθρώπου-, μα είδε γύρω του τους άλλους να προοδεύουν, επιδιώκοντας και κατακτώντας με κόπο τη Γνώση αλλά και την Ισχύ. 
Μια πρόοδος, ωστόσο, συμβατική, καθώς η γνώση κι η δύναμη που κερδήθηκε από τους άλλους, απαίτησε και το ανάλογο τίμημα. Αναγκάστηκαν να συμβιβαστούν με την υποκρισία της κοινωνίας, προσαρμόζοντας στο πρόσωπό τους τις προσωπίδες εκείνες της ψεύτικης χαράς και της δίχως περιεχόμενο συμπόνιας για τους συνανθρώπους τους. 
Προσάρμοσαν στα φθαρμένα τους πρόσωπα και στις αλλοτριωμένες ψυχές τους προσωπίδες, για να καλύψουν και να αποκρύψουν πόσο ακριβά πλήρωσαν την κοινωνική παρουσία και αναγνώριση.
Άνθρωποι της καταξίωσης, οι οποίοι δε δίστασαν να θυσιάσουν τα αληθινά και τα ανθρώπινα της υπόστασής τους, μόνο και μόνο για να γίνουν αποδέκτες ενός πλούτου υλικού, που δεν θα μπορούσε όμως ποτέ να υποκαταστήσει την απώλεια της προσωπικής ακεραιότητας, της ειλικρινούς προς τους άλλους και προς τον εαυτό τους παρουσίας, της ζωής μακριά από συμβιβασμούς και υποκρισίες.

«Μόνος, όχι εγώ, προσωπίδες δεν άρμοσα,
τη χαρά και τη θλίψη πίσω μου έριξα,
γενναιόδωρα πίσω μου έριξα
την Ισχύ και τη Γνώση.»


Ο ποιητής, βέβαια, αντιστάθηκε στο δέλεαρ του υλικού πλούτου και της κοινωνικής δύναμης, αρνούμενος να ζήσει φορώντας προσωπίδες∙ αρνούμενος να ζήσει μέσα στην υποκρισία και τους συμβιβασμούς. 
Με γενναιοδωρία, που πήγασε απ’ τον αυτοσεβασμό και τη βαθιά εκτίμηση για την ανεξαρτησία του, αποποιήθηκε...
...........
η συνέχεια εδώ

Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Γιάννης Ρίτσος — Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού
«Φτιάχνουμε λουλουδένια δαχτυλίδια κι αρραβωνιαζόμαστε με τα
δέντρα, με τον αέρα, με την πρώτη σιωπή.»

(απόσπασμα)

ΑΝΕΒΗΚΑΜΕ στα φτερά των χελιδονιών για να κόψουμε
λουλούδια από τον ουρανό.
Δεν έχει ο αγέρας του καλοκαιριού κανένα μυστικό για μας που
περπατάμε ξυπόλυτοι στα χόρτα και μιλάμε στα τζιτζίκια τη γλώσσα
του ήλιου.
Η φωτιά κάηκε ολόκληρη και γίνηκε πάλι φωτιά.
Φτιάχνουμε λουλουδένια δαχτυλίδια κι αρραβωνιαζόμαστε με τα
δέντρα, με τον αέρα, με την πρώτη σιωπή.
Κάθε λιθάρι μας ξέρει όπως εμείς ξέρουμε κάθε αστέρι που κοιμάται
στο νερό.
Τα βράδια οι ακακίες περνούν απέξω απ’ τα παράθυρα μας, πηδάνε
το ανοιχτό περβάζι μας κι αφήνουν στο ποτήρι ένα κλωνάκι ολάνθιστο.
Φέραμε πάλι στο μεγάλο πράσινο χωράφι τον εύθυμο θεό των
αμπελιών, που απ’ τα γένια του στάζουν οι μούστοι, που τα πόδια του
μοιάζουν με του τράγου κι όμως το βλέμμα του είναι μαλακό και
τρυφερό σαν του Χριστού.
Χτες και προχτές, όλη νύχτα, πασκίζαμε να μετρήσουμε τ’ άστρα.
Και τ’ άστρα είναι τόσα, όση κι η καρδιά μας, κι η καρδιά μας είναι
πιο πολύ απ’ τ’ άστρα.
Χτες βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου τα παιδιά. Είχανε κλείσει ένα
σωρό τζιτζίκια στο κουτί των μολυβιών, και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν
κάτου απ’ το προσκεφάλι τους ένα τραγούδι που το ξέραν τα παιδιά από
πάντα και το ξεχνούσαν με τον ήλιο.
.............

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Διονύσιος Σολωμός — Η Ξανθούλα
Εφούσκωνε τ' αέρι/λευκότατα πανιά
ωσάν το περιστέρι/που απλώνει τα φτερά

Την είδα την Ξανθούλα,
την είδα ψες αργά
που εμπήκε στη βαρκούλα
να πάη στην ξενιτιά.


Εφούσκωνε τ' αέρι
λευκότατα πανιά
ωσάν το περιστέρι
που απλώνει τα φτερά

Εστέκονταν οι φίλοι
με λύπη με χαρά
και αυτή με το μαντίλι
τους αποχαιρετά.

Και το χαιρετισμό της
εστάθηκα να ιδώ,
ως που η πολλή μακρότης
μου το 'κρυψε κι αυτό

Σ' ολίγο, σ' ολιγάκι
δεν ήξερα να πω
αν έβλεπα πανάκι
ή του πελάγου αφρό·

και αφού πανί, μαντίλι
εχάθη στο νερό
εδάκρυσαν οι φίλοι,
εδάκρυσα κ' εγώ.


Δεν κλαίγω για τη βαρκούλα,
δεν κλαίγω τα πανιά,
μόν’ κλαίγω για την Ξανθούλα
που πάει στην ξενιτιά.

Δεν κλαίγω τη βαρκούλα
με τα λευκά πανιά,
μόν' κλαίω την Ξανθούλα
με τα ξανθά μαλλιά.

H “Ξανθούλα” ανήκει στα νεανικά ποιήματα του Σολωμού, τα οποία γράφτηκαν στο διάστημα 1818-1823. 
Ο ποιητής ήταν τότε σε νεαρή ηλικία και δοκιμαζόταν στους ρυθμούς και στη χρήση της γλώσσας, αφού η κύριά του γλώσσα ήταν η ιταλική.
Η “Ξανθούλα”
είναι ποίημα με λυρικό περιεχόμενο. Θέμα του είναι η περιγραφή των συναισθημάτων που δημιουργούνται από την αναχώρηση ενός αγαπημένου προσώπου, της Ξανθούλας, για την ξενιτιά.

Ο ποιητής αφηγείται την αναχώρηση της Ξανθούλας για την ξενιτιά, που πραγματοποιήθηκε αργά το προηγούμενο βράδυ. 

Η Ξανθούλα επιβιβάστηκε σ’ ένα καράβι με κάτασπρα πανιά και αποχαιρετούσε τους φίλους της μ’ ένα μαντίλι που κρατούσε στο χέρι. Σε λίγο το μαντίλι, τα πανιά και η μορφή της Ξανθούλας χάθηκαν, καθώς η βάρκα απομακρυνόταν ολοένα και πιο πολύ από το λιμάνι. Τότε όλοι οι φίλοι της, και μαζί μ’ αυτούς κι ο ποιητής, δάκρυσαν.
περισσότερα εδώ

Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

Γιάννης Ρίτσος — Σχήμα απουσίας (Αποσπάσματα)


- I -
Ὅ,τι ἔφυγε, ριζώνει ἐδῶ, στὴν ἴδια θέση, λυπημένο, ἀμίλητο
ὅπως ἕνα μεγάλο βάζο τοῦ σπιτιοῦ, ποὺ πουλήθηκε κάποτε
σὲ δύσκολες ὧρες,
καὶ στὴ γωνιὰ τῆς κάμαρας, ἐκεῖ ποὺ στέκονταν τὸ βάζο,
ἀπομένει τὸ κενὸ πυκνωμένο στὸ ἴδιο σχῆμα τοῦ βάζου, ἀμετάθετο,
ν᾿ ἀστράφτει διάφανο στὴν ἀντηλιά, ὅταν ἀνοίγουν πότε-πότε
τὰ παράθυρα,
καὶ μέσα στὸ ἴδιο βάζο, πούχει ἀλλάξει τὴν οὐσία του
μὲ ἴδια κ᾿ ἰσόποσην οὐσία ἀπ᾿ τὸ κρύσταλλο τοῦ ἄδειου,
μένει καὶ πάλι τὸ ἴδιο ἐκεῖνο κούφωμα, λίγο πιὸ ὀδυνηρὰ ἠχητικὸ
μονάχα.
Πίσω ἀπ᾿ τὸ βάζο διακρίνεται τὸ χρῶμα τοῦ τοίχου
πιὸ σκοτεινό, πιὸ βαθύ, πιὸ ὀνειροπόλο,
σὰ νἄμεινε ἡ σκιὰ τοῦ βάζου σχεδιασμένη σὲ μία σαρκοφάγο -
Καί, κάποτε, τὴ νύχτα, σὲ μίαν ὥρα σιωπηλή,
ἢ καὶ τὴ μέρα, ἀνάμεσα στὶς ὁμιλίες,
ἀκοῦς βαθιά σου κάποιον ἦχο ὀξύ, πικρὸ καὶ πολυκύμαντο
σάμπως ἕνα ἀόρατο δάχτυλο νὰ ἔκρουσε
κεῖνο τὸ ἀπόν, εὐαίσθητο, κρυστάλλινο δοχεῖο.

- II -
Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ' τα σπίτια τους,
τριγυρίζουν εκεί, μπλέκονται στα φουστάνια τής μητέρας τους
την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ κι ακούει το νερό να κοχλάζει
σα να σπουδάζει τον ατμό και το χρόνο. Πάντα εκεί -
Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα
σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή
καταμεσής καλοκαιριού, στα ερημικά χωράφια.
Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά. Μένουν στο σπίτι
κι έχουν μια ξέχωρη προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο
και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας, τόσο
που ο πόνος κάτω απ' τα πλευρά μας, δεν είναι πια απ΄τη στέρηση
μα απ' την αύξηση. Κι αν κάποτε οι γυναίκες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους,
είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.

- III -
Κάποτε, μες στο βράδυ της άνοιξης, ένα παιδί σηκώνεται και φεύγει ανεξήγητα
χωρίς κανείς να το μαλώσει· σηκώνεται αργά, απροειδοποίητα,
εκεί που καθόταν ήσυχα στο χώμα
κι η θέση του στο χώμα μένει ζεστή
και το σχήμα της στάσης του αχνίζει ακόμη στο δροσερόν αέρα
σχηματίζοντας ένα άλλο παιδί από υπόλευκη ζέστα. Τότε ολόγυρα
μαζεύονται, σα γύρω από μιαν άσπρη φωτιά, τα μικρά πρόβατα
να ζεσταθούνε' και λίγο πιο πέρα
ένα ψηλό, ολομόναχο, άσπρο άλογο
φέγγοντας όλο κάτω απ΄ την αστροφεγγιά
κλαίει με μεγάλα, κατάφωτα δάκρυα, κρατώντας ολόρθο το κεφάλι του.

- V -
Τα βράδια του καλοκαιριού, την ώρα που κλείνουν τα δημόσια πάρκα
και τα μικρά κορίτσια με τις παραμάνες τους γυρίζουν στα σπίτια τους
κι άλλα μικρότερα μες στα καρότσια τους, κοιμισμένα κιόλας,
πίσω τους έρχονται σε μια βουβή, αόρατη ακολουθία, τα πεθαμένα κορίτσια,
ωχρά, με μαραμένα μαλλιά, κρατώντας στα δεμένα χέρια τους
τις ξερές ανθοδέσμες τους, σα μικρά ποιήματα
που δεν πρόφτασαν να τα μάθουν απ' έξω.
Στέκουν από μακριά και κοιτάζουν τις κορδέλες και τα παιχνίδια κρεμασμένα στα περίπτερα,
τη φωτισμένη, ταπεινή βιτρίνα του γειτονικού ψιλικατζίδικου
αφήνοντας σε κάθε βήμα τους ένα χώρο εσωτερικό που τον γεμίζει αμέσως
μια σκιά μενεξεδένια και ρόδινη. Φτάνουν ως έξω απ' το σπίτι τους,
κοιτούν το κλεισμένο παιδικό τους παράθυρο,
υψώνουν μια στιγμή το χέρι, μα δε χτυπούν τη γρίλια. Από μέσα
ακούνε οι γονείς το χτύπημα' αφήνουν την πετσέτα να πέσει στο τραπέζι
σα να πέφτει ένα μεγάλο ξερό φύλλο πάνω στο χρόνο. Ανοίγουν την πόρτα.
Δεν είναι τίποτα. Βλέπουν μονάχα
τα μαραμένα αστέρια, τον άδειο ουρανό, τον άδειο κόσμο
και ξανακλείνουν την πόρτα σα να μπαίνουν μέσα τα παιδιά τους.

- IX -
Ζει η απουσία λοιπόν, μαζί μας ή και μόνη της, τη ζωή της,
χειρονομεί αδιόρατα, σωπαίνει, φθείρεται, γερνάει
σαν ύπαρξη σωστή, με το βουβό χαμόγελο που ρυτιδώνει λίγο λίγο
το στόμα και τα μάτια, με το χρόνο το δικό μας μετρημένη,
χάνοντας χρώματα, πληθαίνοντας τη σκιά της -
ζει και γερνάει μαζί μας και χάνεται μαζί μας, κι απομένει σε ό,τι αφήνουμε.
Και πρέπει να προσέχουμε την κάθε κίνηση και σκέψη μας και λέξη
γιατί, για ό,τι γίνεται 'κείνο που λείπει,
φέρουμε τώρα, εμείς μονάχα, ακέρια την ευθύνη.

- XI -
Ένα μικρό κορίτσι, ανύποπτα, νυχτώθηκε άξαφνα μέσα στη λύπη.
Τι 'ταν λοιπόν η ζωή; Κι αυτός ο πόνος; Κι η κραυγή τούτη;
Ήταν δικά του αυτά; Και περίμεναν πίσω απ΄ το γέλιο του
πανέτοιμα κι επίβουλα; Κι αυτά τ' αγαπημένα πρόσωπα
που έσκυβαν πάνω του, μακρινά κιόλας; Άνοιξε ήσυχα, λοιπόν,
την πόρτα ενός άστρου, μπήκε μέσα προφυλακτικά να μην ακούσουμε,
μα όλες τις νύχτες 'κείνη η πόρτα ανοιχτή
χτυπάει απ' τον αγέρα του μικρού λυγμού του. Κι ούτε μπόρεσε να
σηκωθεί πια να την κλείσει.
...............Ούτε μπορούμε (είναι μακριά) να την κλείσουμε.

- XXXII -
Δε μας γνωρίζει τίποτα. Μα εσύ επιμένεις αόρατη
να μας γνωρίσεις πάλι με τη ζωή - να συμμαχήσουμε. Αν είναι
το βλέμμα σου μέσα στο βλέμμα μας, δε θ' αρνηθούμε
να δούμε, να μιλήσουμε, να κινηθούμε. Αυτός ο νέος
ίσως μια μέρα και να σ' αγαπούσε. Ετούτα τα κορίτσια
ίσως και θα ΄ταν φιλενάδες σου. Σε τούτο το σχολείο
θα πήγαινες μεθαύριο. Κι έτσι μέσα στη νύχτα
που φεύγουμε ξένοι, μπρος σε δυο σειρές ακατοίκητα σπίτια,
κάτω από γλόμπους χωρίς αχτίνες σαν κλεισμένα χέρια,
μια γλάστρα ποτισμένη που στάζει απ' το παλιό μπαλκόνι
εμπιστεύεται πάλι τον ήχο της σ' εμάς μια πόρτα
μισανοιγμένη, ξαγρυπνάει για ΄μας κι αυτός ο ξύλινος πάγκος
παρατημένος καταμεσής στην ερημιά, εμάς περίμενε να καθίσουμε, ξέροντας
πως κάπου εκεί, σ' ένα μοναχικό παράθυρο, κρεμασμένο
ψηλά στη νύχτα, εσύ, πίσω απ' το δαντελένιο κουρτινάκι,
περιμένεις να σου χαμογελάσουμε.
Αθήνα, Φεβρουάριος - Μάρτης 1958

Η σύνθεση ανήκει στην Υδρία, συλλογή πολύστιχων ποιημάτων, αφιερωμένη στη Φωτεινούλα Φιλιακού, αγαπημένη βαφτιστικιά του ποιητή, που χάθηκε στα δυο της χρόνια.

Τρίτη, 22 Αυγούστου 2017

Σπήλιος Μεντής — Κι όμως υπάρχει χαρά
«Μάθε να χαμογελάς/τη λύπη να ξεγελάς
κάνε τον πόνο τραγούδι/κι όλα είναι της λησμονιάς»

Psyches Dream - Josephine Wall Paintings
Πάντα υπάρχει χαρά
μην τη ζητάς μακριά
ψάξε βαθιά στη καρδιά σου
να ξαναβρείς τη χαρά σου

Μάθε να χαμογελάς
τη λύπη να ξεγελάς
κάνε τον πόνο τραγούδι
κι όλα είναι της λησμονιάς

Ερημιά κι ελπίδα πια καμιά
κι ήταν η μέρα μου θλίψη
και πίκρα η βραδιά
Καταχνιά μου `πνιγε την καρδιά
κι είχα πιστέψει
πως χίμαιρα είν’ η χαρά

Κι όμως υπάρχει χαρά
είν’ η ζέστη σου καρδιά
είναι το χαμόγελό σου
κι ο έρωτας ο δικός σου

Όταν γι’ αγάπη μιλάς
και τρυφερά με φιλάς
λιώνει το χιόνι του πόνου
μες στη φωτιά της χαράς

Κι όμως υπάρχει χαρά
είν’ η ζέστη σου καρδιά
είναι το χαμόγελό σου
κι ο έρωτας ο δικός σου

Όταν γι’ αγάπη μιλάς
και τρυφερά με φιλάς
λιώνει το χιόνι του πόνου
μες στη φωτιά της χαράς

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Άγιος Νεκτάριος — Θεοτοκίον
Αγνή Παρθένε Δέσποινα, Άχραντε Θεοτόκε,/Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.

Αγνή Παρθένε Δέσποινα, Άχραντε Θεοτόκε,
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
Παρθένε Μήτηρ Άνασσα, Πανένδροσε τε πόκε.
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
Υψηλοτέρα Ουρανών, ακτίνων λαμπροτέρα
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
Χαρά παρθενικών χορών, αγγέλων υπερτέρα,
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
Εκλαμπροτέρα ουρανών φωτός καθαροτέρα,
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
Των Ουρανίων στρατιών πασών αγιωτέρα
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
✼✼✼
Μαρία Αειπάρθενε κόσμου παντός Κυρία
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
Άχραντε Νύμφη Πάναγνε Δέσποινα Παναγία,
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
Μαρία Νύμφη Άνασσα, χαράς ημών αιτία.
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
Κορή σεμνή Βασίλισσα, Μήτηρ υπεραγία,
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
Τιμιώτερα Χερουβείμ υπερενδοξοτέρα
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
Των ασωμάτων Σεραφείμ, των Θρόνων υπερτέρα,
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
✼✼✼
Χαίρε το άσμα Χερουβείμ χαίρε ύμνος Αγγέλων
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
Χαίρε ωδή των Σεραφείμ Χαρά των Αρχαγγέλων
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
Χαίρε ειρήνη και χαρά λιμήν της σωτηρίας
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
Παστάς του Λόγου ιερά άνθος της αφθαρσίας
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
Χαίρε Παράδεισε τρυφής, ζωής τε αιωνίας,
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
Χαίρε το ξύλον της ζωής, πηγή αθανασίας,
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
✼✼✼
Σε ικετεύω Δέσποινα, Σε, νυν, επικαλούμαι,
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
Σε δυσωπώ Παντάνασσα, Σην χάριν εξαιτούμαι.
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
Κορή σεμνή και άσπιλε, Δεσποίνα Παναγία
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
Θερμώς επικαλούμαι Σε, Ναέ ηγιασμένε,
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
Αντιλαβού μου, ρύσαι με, από τού πολεμίου,
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.
Και κλήρονομον δείξον με, ζωής της αιωνίου,
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.

Βασιλική Δεδούση — Η Πατρίδα μας... γη του πυρός
«Πατρίδα μας,/oι ρόζοι στα χέρια, που απλώνονται
ανοιγμένα σε δέηση απόγνωσης.»

Εμείς δεν ξεχνάμε τους νεκρούς από τις φωτιές του 2007

Πατρίδα μας ,
τα χαρακωμένα πρόσωπα
απ’ τις ανελέητες αχτίνες
στις λιόπυρες αρένες της Δήμητρας.

Πατρίδα μας,
oι ρόζοι στα χέρια, που απλώνονται
ανοιγμένα σε δέηση απόγνωσης.

Πατρίδα μας ,
το κατακόκκινο πονεμένο βλέμμα
που αντιφεγγίζει τις παμφάγες φλόγες.

Πατρίδα μας,
και ψυχή της,
οι στάχτες τις ΜΑΝΑΣ
που καλύπτουν προστατευτικά
τα χαμομηλάκια της,
τα άνθια της ζωής της,
εκεί… εκεί …, στον ελαιώνα
του Μαρτυρίου....
Βασιλική Δεδούση

Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Thomas Sterns Eliot — Τέσσερα κουαρτέτα - The Four Quartets «Burnt Norton»
«Οἱ λέξεις κινοῦνται, ἡ μουσική κινεῖται/μόνο στόν χρόνο·...»

ELIOT T.S. «Burnt Norton»

I
Ὁ παρών χρόνος καί ὁ παρελθών χρόνος
εἶναι ἴσως καί ὁ δύο παρόντες στόν μέλλοντα χρόνο,
καί ὁ μέλλων χρόνος περιέχεται στόν παρελθόντα χρόνο.
Ἄν ὅλος ὁ χρόνος εἶναι αἰωνίως παρών
ὅλος ὁ χρόνος δέν μπορεῖ νά πληρωθεῖ.
Ὅ,τι θά μποροῦσε νά συμβεῖ εἶναι μιά ἀφαίρεση
πού παραμένει μιά διαρκής δυνατότητα
μόνο σ’ ἕναν κόσμο ἀπό εἰκασίες.
Ὅ,τι θά μποροῦσε νά συμβεῖ καί ὅ,τι συνέβη
δείχνουν σ’ ἕνα τέλος, πού εἶναι πάντοτε παρόν.
Βήματα ἀντηχοῦν στή μνήμη
στό μονοπάτι πού δέν πήραμε
πρός τήν πόρτα πού ποτέ δέν ἀνοίξαμε
τοῦ κήπου μέ τίς τριανταφυλλιές. Οἱ λέξεις μου ἀντηχοῦν
ἑπομένως, στό μυαλό σου.
Ὅμως γιά ποιό λόγο
νά ταράξει κανείς τή σκόνη στήν κούπα μέ τά ροδόφυλλα
δέν ξέρω.
Ἄλλοι ἀντίλαλοι
κατοικοῦν στόν κῆπο. Θά τούς ἀκολουθήσουμε;
Γρήγορα, εἶπε τό πουλί, βρεῖτε τους, βρεῖτε τους,
ἐδῶ γύρω. Μέσα ἀπό τήν πρώτη πύλη,
στόν πρῶτο μας κόσμο, θ’ ἀκολουθήσουμε
τῆς τσίχλας τήν ἀπάτη; Στόν πρῶτο μας κόσμο.
Βρίσκονταν ἐκεῖ, ἐπιβλητικοί, ἀόρατοι.
Κινοῦνταν ἀβίαστα, πάνω ἀπό τά νεκρά φύλλα,
στή ζέστη τοῦ φθινοπώρου, μέσα ἀπό τόν παλλόμενο ἄνεμο,
καί τό πουλί λάλησε, ἀπαντώντας
στήν ἀνήκουστη μουσική κρυμμένης στούς θάμνους,
καί οἱ ἀθέατες ἀχτίνες τῶν ματιῶν διασταυρώθηκαν, γιατί τά τριαντάφυλλα
εἶχαν τήν ὄψη λουλουδιῶν πού κάποιος τά κοιτάζει.
Βρίσκονταν ἐκεῖ ὡς καλεσμένοι μας, πού τούς δεχόμασταν καί μᾶς δέχονταν.
Ἔτσι κινήσαμε, κι αὐτοί μαζί, μέ τρόπο τελετουργικό,
κατά μῆκος τῆς ἔρημης ἀλέας, στῶν πυξαριῶν τόν κύκλο,
νά δοῦμε τή στραγγισμένη λιμνούλα.
Στεγνή ἡ λιμνούλα, στεγνό τσιμέντο, καφετί στίς ἄκρες,
καί ἡ λιμνούλα γέμισε μέ νερό ἀπό τό φῶς τοῦ ἥλιου,
καί ὁ λωτός ἀναδύθηκε, ἥσυχα, ἥσυχα,
ἡ ἐπιφάνεια ἔλαμψε ἀπό τήν καρδιά τοῦ φωτός,
καί ἐκεῖνοι ἦταν πίσω μας, καθρεφτισμένοι στή λιμνούλα.
Ὕστερα πέρασε ἕνα σύννεφο, κι ἄδειασε ἡ λιμνούλα.
Φύγετε, εἶπε τό πουλί, γιατί οἱ φυλλωσιές ἦταν γεμάτες μέ παιδιά,
μέ ἔξαψη κρυμμένα, τά γέλια συγκρατώντας.
Φύγετε, φύγετε, φύγετε, εἶπε τό πουλί: τό ἀνθρώπινο εἶδος
δέν μπορεῖ ν’ ἀντέξει πολλή πραγματικότητα.
Ὁ παρελθών χρόνος καί ὁ μέλλων χρόνος
ὅ,τι θά μποροῦσε νά εἶχε συμβεῖ καί ὅ,τι συνέβη
δείχνουν σ’ ἕνα τέλος, πού εἶναι πάντοτε παρόν.

II
Σκόρδο καί ζαφείρια στή λάσπη.
Βουλιάζει καί κολλάει τῶν τροχῶν ὁ ἄξονας.
Τό παλλόμενο σύρμα στό αἷμα
τραγουδάει κάτω ἀπό ἀθεράπευτες πληγές
κατευνάζοντας πολέμους ἀπό καιρό ξεχασμένους.
Ὁ χορός κατά μῆκος τῆς ἀρτηρίας
ἡ κυκλοφορία τῆς λύμφης
διαγράφονται στήν τροχιά τῶν ἀστεριῶν.
Ἀνεβαίνοντας νά παραθερίσουμε στό δέντρο
κινούμαστε πάνω ἀπ’ τό κινούμενο δέντρο
σέ φῶς πάνω στό ἀχνογραμμένο φύλλο
κι ἀκοῦμε ἀπό κάτω μας πάνω στό βρεγμένο
χῶμα, τόν χοῖρο καί τό κυνηγόσκυλο
ν’ ἀκολουθοῦν ὅπως καί πρίν τό σχέδιό τους
συμφιλιωμένοι ὅμως ἀνάμεσα στ’ ἀστέρια.

Στό ἀκίνητο σημεῖο, τοῦ κόσμου πού γυρίζει. Οὔτε σάρκα οὔτε μή σάρκα.
Οὔτε ἀπό, οὔτε πρός· στό ἀκίνητο σημεῖο, ἐκεῖ εἶναι ὁ χορός,
ἀλλά οὔτε στάση, οὔτε κίνηση. Καί μήν τό ὀνομάσεις μονιμότητα,
ὅπου συγκλίνουν παρελθόν καί μέλλον. Οὔτε κίνηση ἀπό, οὔτε πρός,
οὔτε ἄνοδος, οὔτε πτώση. Χωρίς τό σημεῖο, τό ἀκίνητο σημεῖο,
δέν θά ὑπῆρχε ὁ χορός, καί ὑπάρχει μόνον ὁ χορός.
Μπορῶ μόνο νά πῶ, ἐκεῖ ἔχουμε βρεθεῖ: ἀλλά δέν μπορῶ νά πῶ ποῦ.
Καί δέν μπορῶ νά πῶ γιά πόσο, γιατί αὐτό σημαίνει νά τό τοποθετήσω στόν χρόνο.
Ἡ ἐσωτερική ἐλευθερία ἀπό τήν πρακτική ἐπιθυμία,
ἡ λύτρωση ἀπό τή δράση καί τόν πόνο, ἡ λύτρωση ἀπό τόν ἐσωτερικό
καί τόν ἐξωτερικό καταναγκασμό, ὡστόσο περιβάλλεται
ἀπό μιά χάρη αἴσθησης, ἕνα λευκό φῶς κινούμενο κι ἀκίνητο,
Erhebung χωρίς κίνηση, συμπύκνωση
χωρίς ἐξάλειψη, ταυτόχρονα ἕνας καινούριος κόσμος
κι ὁ παλιός, γίνεται σαφής, κατανοητός
στήν ὁλοκλήρωση τῆς μερικῆς του ἔκστασης,
τή διάλυση τῆς μερικῆς του φρίκης.
Κι ὅμως τά δεσμά τοῦ παρελθόντος καί τοῦ μέλλοντος
ὑφασμένα μές στήν ἀδυναμία τοῦ σώματος πού ἀλλάζει,
προστατεύουν τήν ἀνθρωπότητα ἀπό τά οὐράνια καί τήν καταδίκη
πού ἡ σάρκα δέν μπορεῖ ν’ ἀντέξει.
Ὁ παρελθών χρόνος καί ὁ μέλλων χρόνος
ἐπιτρέπουν λίγη ἐπίγνωση.
Τό νά ἔχεις ἐπίγνωση σημαίνει νά μή βρίσκεσαι μέσα στόν χρόνο
ἀλλά μόνο μέσα στόν χρόνο μπορεῖ κανείς νά θυμηθεῖ
τή στιγμή στόν κῆπο μέ τά τριαντάφυλλα,
τή στιγμή στήν κληματαριά πού τή χτυπᾶ ἡ βροχή,
τή στιγμή στήν ἀνεμοδαρμένη ἐκκλησία ὅταν ὁ καπνός καταλαγιάζει.
Δεμένος μέ τό παρελθόν καί τό μέλλον
μόνο μέ τόν χρόνο ὁ χρόνος κατακτᾶται.

ΙΙΙ
Ἐδῶ εἶναι τόπος ἀποξένωσης.
Ὁ χρόνος πρίν καί ὁ χρόνος μετά
σέ φῶς ἀμυδρό: οὔτε τό φῶς τῆς μέρας
πού περιβάλλει τή μορφή μέ διαυγή ἀκινησία
μετατρέποντας τή σκιά σέ ἐφήμερη ὀμορφιά
μέ ἀργή περιστροφή πού ὑπαινίσσεται μονιμότητα
οὔτε σκοτάδι πού ἐξαγνίζει τήν ψυχή
ἐξαντλώντας τήν ἡδυπάθεια μέ στέρηση
ἀποκαθαίροντας τό συναίσθημα ἀπό τό πρόσκαιρο.
Οὔτε πληρότητα οὔτε κενότητα. Μόνο μιά ἀναλαμπή
πάνω στά καταπονημένα, βασανισμένα ἀπό τόν χρόνο, πρόσωπα
ἀφηρημένα ἀπό τήν ἀφαίρεση λόγω τῆς ἀφαίρεσης
γεμάτα φαντασιώσεις καί ἀπό νόημα κενά
στομφώδης ἀπάθεια χωρίς συγκέντρωση
ἄνθρωποι καί κουρελόχαρτα, στροβιλισμένα στόν παγωμένο ἄνεμο,
πού φυσάει πρίν καί μετά τόν χρόνο,
ἄνεμος πού μπαινοβγαίνει σέ ἀρρωστημένα πνευμόνια
ὁ χρόνος πρίν καί ὁ χρόνος μετά.
Ρέψιμο φιλάσθενων/νοσηρῶν ψυχῶν
στόν ἐξασθενημένο ἀέρα, οἱ νωθροί
παρασυρμένοι ἀπό τόν ἄνεμο πού σαρώνει τούς μουντούς λόφους τοῦ Λονδίνου.
Χάμστεντ καί Κλέρκενγουελ, Κάμπντεν καί Πάτνεϋ,
Χάιγκεητ, Πρίμροουζ καί Λάντγκεητ. Ὄχι ἐδῶ
ὄχι ἐδῶ τό σκοτάδι, στόν κόσμο αὐτόν πού τιτιβίζει.

Κατέβα χαμηλότερα, κατέβα μόνο
στόν κόσμο τῆς ἀέναης μοναξιᾶς,
κόσμος ὄχι κόσμος, ἀλλά ἐκεῖνο πού δέν εἶναι κόσμος,
ἐσώτερο σκοτάδι, στέρηση
καί ἀπώλεια ὅλης τῆς περιουσίας,
ἀφυδάτωση τοῦ κόσμου τῶν αἰσθήσεων,
ἐκκένωση τοῦ κόσμου τῆς φαντασίας,
ἀδράνεια τοῦ κόσμου τοῦ πνεύματος·
αὐτός εἶναι ἕνας τρόπος, κι ὁ ἄλλος
εἶναι ἴδιος, ὄχι σέ κίνηση
ἀλλά ἀπέχοντας ἀπό κίνηση· ἐνῶ ὁ κόσμος κινεῖται
μέ λαχτάρα, στούς ἀσφαλτοστρωμένους δρόμους
τοῦ παρελθόντος χρόνου καί τοῦ μέλλοντος χρόνου.

IV
Ὁ χρόνος καί ἡ καμπάνα ἔχουν θάψει τή μέρα,
τό μαῦρο σύννεφο μεταφέρει τόν ἥλιο μακριά.
Θά στραφεῖ πρός τό μέρος μας τό ἡλιοτρόπιο, θά λυγίσει πρός τό μέρος μας
ἡ ἀγράμπελη ξεστρατίζοντας, ψαλίδα καί κλαράκι
θά πιαστοῦν καί θά κολλήσουν;
Παγωνιά.
Δάχτυλα τοῦ ἔλατου θά τυλιχτοῦν
πάνω μας; Ἀφοῦ τό φτερό τῆς ἀλκυόνας
ἀποκρίθηκε μέ φῶς στό φῶς, καί σωπαίνει, τό φῶς εἶναι ἀκίνητο
στό ἀκίνητο σημεῖο τοῦ κόσμου πού γυρίζει.

V
Οἱ λέξεις κινοῦνται, ἡ μουσική κινεῖται
μόνο στόν χρόνο· ὅμως μόνο ἐκεῖνο πού ζεῖ
μπορεῖ καί νά πεθάνει. Οἱ λέξεις, μετά τόν λόγο, ἀγγίζουν
τή σιωπή. Μόνο μέ τή μορφή, τό μοτίβο
οἱ λέξεις ἤ ἡ μουσική μποροῦν ν’ ἀγγίξουν
τήν ἀκινησία, ὅπως ἕνα κινέζικο ἀκίνητο βάζο
κινεῖται ἀδιάκοπα μέσα στήν ἀκινησία του.
Ὄχι ἡ ἀκινησία τοῦ βιολιοῦ, ὅσο διαρκεῖ ὁ ἦχος,
ὄχι μόνο ἐκεῖνο, ἀλλά ἡ συνύπαρξη,
ἤ ἄς ποῦμε ὅτι τό τέλος προηγεῖται τῆς ἀρχῆς,
καί τό τέλος καί ἡ ἀρχή βρίσκονταν πάντοτε ἐκεῖ
πρίν ἀπό τήν ἀρχή καί μετά τό τέλος.
Καί ὅλα εἶναι πάντοτε τώρα. Οἱ λέξεις τεντώνονται
ραγίζουν καί κάποτε σπᾶνε, ἀπό τό βάρος τοῦ φορτίου,
ἀπό τήν ἔνταση, γλιστροῦν, παραπατοῦν, σβήνουν,
φθίνουν ἀπό τήν ἀνακρίβεια, δέν μένουν στή θέση τους,
δέν μένουν ἀκίνητες. Φωνές πού στριγκλίζουν
πού ἐπιπλήττουν, χλευάζουν, ἤ ἁπλῶς φλυαροῦν,
πάντοτε καταφέρονται ἐναντίον τους. Ὁ Λόγος στήν ἔρημο
περισσότερο προσβάλλεται ἀπό τίς φωνές τοῦ πειρασμοῦ
τή σκιά πού κλαίει στόν νεκρικό χορό,
τόν δυνατό θρῆνο τῆς ἀπαρηγόρητης χίμαιρας.
Ἡ λεπτομέρεια τοῦ μοτίβου εἶναι κίνηση,
ὅπως στήν εἰκόνα τῶν δέκα σκαλοπατιῶν.
Ἡ ἴδια ἡ ἐπιθυμία εἶναι κίνηση
ὄντας ἡ ἴδια ἀνεπιθύμητη·
ἤ ἴδια ἡ ἀγάπη εἶναι ἀκίνητη,
αἰτία μονάχα καί σκοπός τῆς κίνησης,
ἄχρονη καί χωρίς ἐπιθυμία
παρά μονάχα στήν προοπτική τοῦ χρόνου
παγιδευμένη σέ μιά μορφή περιορισμοῦ
ἀνάμεσα στό μή εἶναι καί τό εἶναι.
Ξαφνικά σέ μιά ἡλιαχτίδα φωτός
κι ἄς κινεῖται ἀκόμη ἡ σκόνη
ξεσπάει τό κρυμμένο χάχανο
τῶν παιδιῶν στίς φυλλωσιές
γρήγορα τώρα, ἐδῶ, τώρα, πάντα –
γελοῖος ὁ χαμένος θλιβερός χρόνος
πού ἁπλώνεται πρίν καί μετά.

Το ποίημα δημοσιεύτηκε σε αυτό το τεύχος



ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ

Ολοκλήρωσα πρίν μερικούς μῆνες τή μετάφραση τῶν Τεσσάρων κουαρτέτων τοῦ Τ.Σ. Ἔλιοτ, ἔργο τό ὁποῖο μέ ἔχει ἀπασχολήσει πάνω ἀπό δύο δεκαετίες. 
Ἀνέβαλα διαρκῶς νά καταπιαστῶ μαζί του, καθώς ἄλλοι (ἀγαπημένοι) ποιητές, Ἀμερικανοί κυρίως καί μή (Γουίτμαν, Μπλαίηκ, Πάουντ, Στῆβενς, κάμμινγκς, Ἄσμπερυ, Κάρσον, Λόνγκλεϋ), διεκδικοῦσαν τήν προσοχή μου καί δοκίμαζαν τίς μεταφραστικές μου ἀντοχές. 
Τά χρόνια πέρασαν καί ἡ φωνή τοῦ Ἔλιοτ, πού κάποτε ἔμοιαζε ξένη κι ἀπόμακρη, ἔγινε γνώριμη, οἰκεία, ἀγαπημένη. Αὐτό πού εἶχα ἀρχικά ἐκλάβει ὡς «ψυχρότητα» στήν ποίησή του δέν ἦταν παρά ὁ τρόπος τοῦ Ἔλιοτ νά στοχάζεται σέ βάθος τήν ἀνθρώπινη κατάσταση καί νά ὀργανώνει μέ τρομακτική ἀκρίβεια καί διαύγεια τό ποιητικό του ὑλικό. Στά χρόνια αὐτά καί ἡ δική μου ποίηση πῆρε ἄλλους δρόμους, πιό δύσβατους, καί οἱ ποιητικές μου ἀναζητήσεις μέ ἔφεραν ξανά κοντά του.

Σέ μιά ἐποχή πού τό κυρίαρχο ποιητικό αἴτημα φαίνεται νά εἶναι «τό τίποτα πού λέγεται γιά πρώτη φορά νά μήν ἀξίζει ν’ ἀκουστεῖ δεύτερη», τά Κουαρτέτα μᾶς ὑπενθυμίζουν πόσο δύσκολο εἶναι νά μπορεῖ κανείς νά ἀποτυπώνει στό χαρτί σκέψεις καί συναισθήματα καί νά βρίσκει λέξεις πού νά πλησιάζουν ὅλο καί περισσότερο στή ρίζα τῆς ἀληθινῆς συγκίνησης, τῆς πραγματικῆς ζωῆς. 
Ὁ Ἔλιοτ θεωροῦσε τά Κουαρτέτα τό κορυφαῖο του ποίημα. Δικαίως. 
Ἐδῶ παρουσιάζουμε τό πρῶτο Κουαρτέτο, τό «Burnt Norton». Δεῖγμα ἱκανό νά φανερώσει τήν ἰδιοφυΐα τοῦ Ἔλιοτ, τήν αὐθεντικότητα τοῦ βλέμματός του, τήν ποιητική του δεινότητα, τή μοναδική του θέση στήν ἀμερικανική καί τήν εὐρωπαϊκή ποίηση. 
Τά Κουαρτέτα στό σύνολό τους θά κυκλοφορήσουν ἀπό τίς ἐκδόσεις Πατάκη τόν Σεπτέμβριο, σέ δίγλωσση, σχολιασμένη ἔκδοση.
Χ.Β.


T. S. Eliot reading the first of the four quartets - Burnt Norton. Music: Beethoven
The Four Quartets

Burnt Norton
I
Time present and time past
Are both perhaps present in time future
And time future contained in time past.
If all time is eternally present
All time is unredeemable.
What might have been is an abstraction
Remaining a perpetual possibility
Only in a world of speculation.
What might have been and what has been
Point to one end, which is always present.
Footfalls echo in the memory
Down the passage which we did not take
Towards the door we never opened
Into the rose-garden. My words echoThus, in your mind. But to what purpose
Disturbing the dust on a bowl of rose-leaves
I do not know. Other echoes
Inhabit the garden. Shall we follow?
Quick, said the bird, find them, find them,
Round the corner. Through the first gate,
Into our first world, shall we follow
The deception of the thrush? Into our first world.
There they were, dignified, invisible,
Moving without pressure, over the dead leaves,
In the autumn heat, through the vibrant air,
And the bird called, in response to
The unheard music hidden in the shrubbery,
And the unseen eyebeam crossed, for the roses
Had the look of flowers that are looked at.
There they were as our guests, accepted and accepting.
So we moved, and they, in a formal pattern,
Along the empty alley, into the box circle,
To look down into the drained pool.
Dry the pool, dry concrete, brown edged,
And the pool was filled with water out of sunlight,
And the lotos rose, quietly, quietly,
The surface glittered out of heart of light,
And they were behind us, reflected in the pool.
Then a cloud passed, and the pool was empty.
Go, said the bird, for the leaves were full of children,
Hidden excitedly, containing laughter.
Go, go, go, said the bird: human kind
Cannot bear very much reality.
Time past and time future
What might have been and what has been
Point to one end, which is always present.

II
Garlic and sapphires in the mud
Clot the bedded axle-tree.
The trilling wire in the blood
Sings below inveterate scars
Appeasing long forgotten wars.
The dance along the artery
The circulation of the lymph
Are figured in the drift of stars
Ascend to summer in the tree
We move above the moving tree
In light upon the figured leaf
And hear upon the sodden floor
Below, the boarhound and the boar
Pursue their pattern as before
But reconciled among the stars.
At the still point of the turning world. 
Neither flesh nor fleshless;
Neither from nor towards; 
at the still point, there the dance is,
But neither arrest nor movement. 
And do not call it fixity,
Where past and future are gathered. 
Neither movement from nor towards,
Neither ascent nor decline. 
Except for the point, the still point,
There would be no dance, and there is only the dance.
I can only say, there we have been: but I cannot say where.
And I cannot say, how long, for that is to place it in time.
The inner freedom from the practical desire,
The release from action and suffering, release from the inner
And the outer compulsion, yet surrounded
By a grace of sense, a white light still and moving,
Erhebung without motion, concentration
Without elimination, both a new world
And the old made explicit, understood
In the completion of its partial ecstasy,
The resolution of its partial horror.
Yet the enchainment of past and future
Woven in the weakness of the changing body,
Protects mankind from heaven and damnation
Which flesh cannot endure. Time past and time future
Allow but a little consciousness.
To be conscious is not to be in time
But only in time can the moment in the rose-garden,
The moment in the arbour where the rain beat,
The moment in the draughty church at smokefall
Be remembered; involved with past and future.
Only through time time is conquered.

III
Here is a place of disaffection
Time before and time afterIn a dim light: neither daylight
Investing form with lucid stillness
Turning shadow into transient beauty
Wtih slow rotation suggesting permanence
Nor darkness to purify the soul
Emptying the sensual with deprivation
Cleansing affection from the temporal.
Neither plentitude nor vacancy. Only a flicker
Over the strained time-ridden faces
Distracted from distraction by distraction
Filled with fancies and empty of meaning
Tumid apathy with no concentration
Men and bits of paper, whirled by the cold wind
That blows before and after time,
Wind in and out of unwholesome lungs
Time before and time after.
Eructation of unhealthy soulsInto the faded air, the torpid
Driven on the wind that sweeps the gloomy hills of London,
Hampstead and Clerkenwell, Campden and Putney,
Highgate, Primrose and Ludgate. Not here
Not here the darkness, in this twittering world.
Descend lower, descend only
Into the world of perpetual solitude,
World not world, but that which is not world,
Internal darkness, deprivation
And destitution of all property,
Dessication of the world of sense,
Evacuation of the world of fancy,
Inoperancy of the world of spirit;
This is the one way, and the other
Is the same, not in movement
But abstention from movememnt; 
while the world moves
In appetency, on its metalled ways
Of time past and time future.

IV
Time and the bell have buried the day,
the black cloud carries the sun away.
Will the sunflower turn to us, will the clematis
Stray down, bend to us; tendril and spray
Clutch and cling?
ChillFingers of yew be curled
Down on us? After the kingfisher's wing
Has answered light to light, and is silent, the light is still
At the still point of the turning world.

V
Words move, music moves
Only in time; but that which is only living
Can only die. Words, after speech, reach
Into the silence. Only by the form, the pattern,
Can words or music reach
The stillness, as a Chinese jar still
Moves perpetually in its stillness.
Not the stillness of the violin, while the note lasts,
Not that only, but the co-existence,
Or say that the end precedes the beginning,
And the end and the beginning were always there
Before the beginning and after the end.
And all is always now. Words strain,
Crack and sometimes break, under the burden,
Under the tension, slip, slide, perish,
Will not stay still. Shrieking voices
Scolding, mocking, or merely chattering,
Always assail them. The Word in the desert
Is most attacked by voices of temptation,
The crying shadow in the funeral dance,
The loud lament of the disconsolate chimera.
The detail of the pattern is movement,
As in the figure of the ten stairs.
Desire itself is movement
Not in itself desirable;
Love is itself unmoving,
Only the cause and end of movement,
Timeless, and undesiring
Except in the aspect of time
Caught in the form of limitation
Between un-being and being.
Sudden in a shaft of sunlight
Even while the dust moves
There rises the hidden laughter
Of children in the foliage
Quick now, here, now, always-
Ridiculous the waste sad time
Stretching before and after.