Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

Γιάννης Ρίτσος — Γυμνὸ σῶμα - Naked Body
«Μέσα σε λίγες νύχτες/πῶς πλάθεται καὶ καταρρέει/ὅλος ὁ κόσμος;»
In a few nights/how the whole world/is created and collapsed?


Ι.
Εἶπε:
ψηφίζω τὸ γαλάζιο.
Ἐγὼ τὸ κόκκινο.
Κι ἐγώ.

Τὸ σῶμα σου ὡραῖο
Τὸ σῶμα σου ἀπέραντο.
Χάθηκα στὸ ἀπέραντο.

Διαστολὴ τῆς νύχτας.
Διαστολὴ τοῦ σώματος.
Συστολὴ τῆς ψυχῆς.

Ὅσο ἀπομακρύνεσαι
Σὲ πλησιάζω.

Ἕνα ἄστρο
ἔκαψε τὸ σπίτι μου.

Οἱ νύχτες μὲ στενεύουν
στὴν ἀπουσία σου.
Σὲ ἀναπνέω.

Ἡ γλῶσσα μου στὸ στόμα σου
ἡ γλῶσσα σου στὸ στόμα μου-
σκοτεινὸ δάσος.
Οἱ ξυλοκόποι χάθηκαν
καὶ τὰ πουλιά.

Ὅπου βρίσκεσαι
ὑπάρχω.

Τὰ χείλη μου
περιτρέχουν τ᾿ ἀφτί σου.

Τόσο μικρὸ καὶ τρυφερὸ
πῶς χωράει
ὅλη τὴ μουσική;

Ἡδονή-
πέρα ἀπ᾿ τὴ γέννηση,
πέρα ἀπ᾿ τὸ θάνατο.
Τελικὸ κι αἰώνιο
παρόν.

Ἀγγίζω τὰ δάχτυλα
τῶν ποδιῶν σου.
Τί ἀναρίθμητος ὀ κόσμος.

Μέσα σε λίγες νύχτες
πῶς πλάθεται καὶ καταρρέει
ὅλος ὁ κόσμος;

Ἡ γλῶσσα ἐγγίζει
βαθύτερα ἀπ᾿ τὰ δάχτυλα.
Ἑνώνεται.

Τώρα
μὲ τὴ δική σου ἀναπνοὴ
ρυθμίζεται τὸ βῆμα μου
κι ὁ σφυγμός μου.

Δυὸ μῆνες ποὺ δὲ σμίξαμε.
Ἕνας αἰῶνας
κι ἐννιὰ δευτερόλεπτα.

Τί νὰ τὰ κάνω τ᾿ ἄστρα
ἀφοῦ λείπεις;

Μὲ τὸ κόκκινο τοῦ αἵματος
εἶμαι.
Εἶμαι γιὰ σένα.
Ἀθήνα 24.9.80

💕💕💕
Naked Body

She said: 

I vote azurre. 
I vote red. 
Me too. 

Your beautiful body 
Your infinite body 
I was lost in infinite.

Dilation of the night. 
Dilation of the body. 
Contraction of the soul. 

As much as you go away,
I close to you. 

A star burned down my house. 

Nights constrict me 
at your absence. 
I breathe of you. 

My tongue in your mouth 
your tongue in my mouth, 
dark forest. 
Lumberjacks got lost 
and so did birds. 

Wherever you are 
I exist. 

My lips 
run around your ear. 

So small and tender 
how all the music fits there? 

Pleasure, 
beyond birth 
beyond death. 
Final and everlasting 
 present. 

I touch your toes. 
How numberless the world is. 

In a few nights 
how the whole world
is created and collapsed? 

Tongue touches 
deeper than fingers. 
Unites. 

Now, 
with your own breath 
my step is arranged, 
and my pulse too. 
Two months we didn't meet 
One century 
and nine seconds. 

What can I do with the stars 
since you are gone? 

In blood red 
I stand by. 
I am for you.

panosx

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Οδυσσέας Ελύτης — Κλίμα της απουσίας - Climate of Absence
«Κι εγώ - μες στη Γαλήνη που σαγήνεψα.»

Seascape - Darko Topalski
Ι
Όλα τα σύννεφα στη γη εξομολογήθηκαν
Τη θέση τους ένας καημός δικός μου επήρε
Κι όταν μες στα μαλλιά μου μελαγχόλησε
Το αμετανόητο χέρι
Δέθηκα σ’ έναν κόμπο λύπης.

II
Η ώρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως θύμηση
Με το δέντρο της αμίλητο
Προς τη θάλασσα
Ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως φτερούγισμα
Με την όψη της ακίνητη
Προς τη θάλασσα
Βραδιάζοντας
Δίχως έρωτα
Με το στόμα της ανένδοτο
Προς τη θάλασσα

Κι εγώ - μες στη Γαλήνη που σαγήνεψα.

III
Απόγευμα
Κι η αυτοκρατορική του απομόνωση
Κι η στοργή των ανέμων του
Κι η ριψοκίνδυνη αίγλη του
Τίποτε να μην έρχεται Τίποτε
Να μη φεύγει
Όλα τα μέτωπα γυμνά
Και για συναίσθημα ένα κρύσταλλο.

Προσανατολισμοί, 1941
Climate of Absence 
All the clouds confessed to the earth 
A grief of my own took their place 
And when in my hair the unrepentant hand 
Grew melancholy 
I was bound in a knot of sadness. 

II 
The hour forgot itself as evening came on 
Without memory 
With its speechless tree 
Facing the sea It forgot itself as evening came on 
Without flutter 
With its immobile face 
Facing the sea 
As evening came on 
Without eros With its unyielding mouth 
Facing the sea 

And I-amid the Serenity I enticed. 

III 
Afternoon 
And its imperial isolation 
And the affection of its winds 
And its daring splendor 
Nothing coming 
Nothing going 
All foreheads naked 
And for feeling a crystal.

Ανάλυση
Το «Κλίμα της απουσίας» είναι μια ποιητική εξομολόγηση για τον πόνο της εγκατάλειψης και του χωρισμού. 
Με κυρίαρχο το στοιχείο της ακινησίας, ο ποιητής επιχειρεί να αποδώσει το άδειασμα της ψυχής που ακολουθεί τη φυγή του αγαπημένου προσώπου. 
Έντονη κι εδώ η παρουσία της φύσης, η οποία μένει μόνη σύντροφος του ποιητή στις επώδυνες στιγμές της μοναξιάς -μα και της εκούσιας απομόνωσης του- καθώς επιχειρεί να διαχειριστεί ή να βιώσει πληρέστερα την οδύνη ενός έρωτα που τέλειωσε.

«Όλα τα σύννεφα στη γη εξομολογήθηκαν
Τη θέση τους ένας καημός δικός μου επήρε
Κι όταν μες στα μαλλιά μου μελαγχόλησε
Το αμετανόητο χέρι
Δέθηκα σ’ έναν κόμπο λύπης.»

Η πρώτη εικόνα του ποιήματος, εικόνα βροχής, δίνεται με μια πρωτότυπη μεταφορά· τα σύννεφα εξομολογούνται στη γη. Η βροχή, που υπονοείται, συνθέτει το μελαγχολικό κλίμα της ποιητικής διάθεσης, το οποίο δηλώνεται σαφέστερα, όταν λυτρωμένα απ’ το υγρό τους βάρος τα σύννεφα απομακρύνονται, και τη θέση τους παίρνει ο καημός του ποιητή.
Η βροχή φέρνει μαζί της και την επώδυνη στιγμή του αποχωρισμού. Το χέρι της αγαπημένης γυναίκας μελαγχολεί -μένει- για λίγο στα μαλλιά του ποιητή, μα η απόφασή της να φύγει είναι δεδομένη. Το αμετανόητο χέρι -σχήμα συνεκδοχής-, χαϊδεύει τα μαλλιά του ποιητή μόνο ως ύστατη ένδειξη αποχαιρετισμού, κι όχι ως σημάδι δισταγμού ή υπαναχώρησης.
Ο ποιητής που γνωρίζει πως εκείνη είναι η τελευταία στιγμή κοντά της, βιώνει έντονα τον πόνο του χωρισμού· στοιχείο που δηλώνει πως ίσως για εκείνον ο έρωτας αυτός δεν είχε ακόμη τελειώσει.
Οι στιγμές που ακολουθούν τον αποχωρισμό της αγαπημένης γυναίκας παρουσιάζονται με την τριπλή επανάληψη ενός μοτίβου τεσσάρων στίχων, όπου με τη χρήση μιας χρονικής μετοχής (βραδιάζοντας), με τη δήλωση στέρησης (δίχως...), με τη δήλωση τρόπου (με + επίθετο: α στερητικό) καθώς και μ’ έναν προσδιορισμό κατεύθυνσης (προς τη θάλασσα), ο ποιητής δίνει με έξοχη παραστατικότητα το νεκρό χρόνο -πνευματικά και ψυχικά- που έπεται ενός χωρισμού.

«Η ώρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως θύμηση
Με το δέντρο της αμίλητο
Προς τη θάλασσα»

Η ώρα περνά, χωρίς να γίνεται αντιληπτή, οδηγώντας προς το βράδυ· η ώρα περνά χωρίς καμία θύμηση, με τη σιωπή να κυριαρχεί, και το βλέμμα στραμμένο προς τη θάλασσα. 
Το συναισθηματικό κενό, το μούδιασμα της ψυχής κι η απόλυτη απόγνωση των πρώτων στιγμών ενός αμετάκλητου χωρισμού, δίνονται εδώ με πλήρη καθαρότητα, μέσα απ’ την εικόνα του ποιητή που κοιτάζει σιωπηλός προς τη θάλασσα.

«Ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως φτερούγισμα
Με την όψη της ακίνητη
Προς τη θάλασσα»

Η επανάληψη της εικόνας γίνεται με την αφαίρεση του υποκειμένου (η ώρα) από τον 1ο στίχο του μοτίβου, ο οποίος ακολουθεί φθίνουσα πορεία, ενώ στην αμέσως επόμενη επανάληψή της θα αφαιρεθεί και το ρήμα (ξεχάστηκε), αφήνοντας τη μετοχή -βραδιάζοντας- να φέρει το νοηματικό βάρος μιας ολοένα εντεινόμενης αίσθησης εγκατάλειψης και στέρησης.

Η ακινησία, που κυριαρχεί σ’ αυτή την εικόνα, αποδίδει εναργέστατα τη συναισθηματική κατάσταση του ποιητικού υποκειμένου. Ο χρόνος περνά απαρατήρητος, καθώς ο ποιητής έχει μείνει σχεδόν αποσβολωμένος απ’ την ένταση του πόνου. Ακινητοποιημένος κοιτάζει σταθερά προς τη θάλασσα, προσδίδοντάς της την αξία ενός πολύτιμου χώρου καταφυγής. 
Η θάλασσα μονοπωλεί την προσοχή του ποιητή σαν να είναι η μόνη ελπίδα για να μερωθεί η εσωτερική του οδύνη. 
Σύμβολο ελευθερίας, σύμβολο ατέρμονων εναλλαγών, διεκδικεί εύλογα το ρόλο του φυσικού στοιχείου που εμπεριέχει την καίρια ελπίδα των ανθρώπων για ανεξαρτησία, μα και του στοιχείου που προσομοιάζει τόσο στο ευμετάβλητο του ανθρώπινου βίου.

«Βραδιάζοντας
Δίχως έρωτα
Με το στόμα της ανένδοτο
Προς τη θάλασσα»

Το πέρασμα της ώρας βρίσκει τον ποιητή στερημένο απ’ τον έρωτα που κοσμούσε τη ζωή του· στερημένο κι απ’ τις λέξεις που θα του αποκάλυπταν ίσως τον λόγο αυτού του χωρισμού. 
Η σιωπή που σκεπάζει το φυσικό τοπίο παραπέμπει στο ανένδοτο στόμα της αγαπημένης γυναίκας, που συνόδευσε πιθανώς τη φυγή της με μιαν πείσμωνα απουσία εξηγήσεων.
Μόνη σταθερά παραμένει η θάλασσα, που δέχεται το βλέμμα του ποιητή, και συντροφεύει την πάλη της ψυχής του.

«Κι εγώ - μες στη Γαλήνη που σαγήνεψα.»


Ο καταληκτικός στίχος της δεύτερης ενότητας προτάσσει εμφατικά το ποιητικό εγώ σε μιαν απρόσμενη δήλωση, που έρχεται να προσδώσει μιαν -ελάχιστη έστω- αίσθηση αισιοδοξίας. 
Ο ποιητής στέκει στη Γαλήνη του φυσικού τοπίου, με την πεποίθηση πως είναι εκείνος που την σαγήνεψε.Η προσωποποιημένη Γαλήνη προέκυψε χάρη -και- στη δική του θέληση. Η φυγή του έρωτα, η φυγή της αγαπημένης γυναίκας, η σιωπή κι η ακινησία που καθήλωσαν την ψυχή του, δεν επήλθαν όλα με τη δική της μόνο πρωτοβουλία. 
Ο ποιητής είχε καίριο ρόλο σ’ αυτή του την ερημία, καθώς είναι εκείνος που σαγήνεψε, που αποζήτησε και έφερε αυτή τη «γαλήνη» στη ζωή του. 
Ο πόνος απ’ την απουσία του έρωτα· ο πόνος της μοναξιάς και της εγκατάλειψης, φέρνει μαζί του και μια -οδυνηρή βέβαια- ηρεμία, που δεν μοιάζει ξένη ή τελείως ασύμβατη με τις επιθυμίες του ποιητή.

«Απόγευμα
Κι η αυτοκρατορική του απομόνωση
Κι η στοργή των ανέμων του
Κι η ριψοκίνδυνη αίγλη του
Τίποτε να μην έρχεται Τίποτε
Να μη φεύγει
Όλα τα μέτωπα γυμνά
Και για συναίσθημα ένα κρύσταλλο.»

Η δήλωση του χρόνου συνιστά ίσως τη μόνη βεβαιότητα μέσα στην επώδυνη ψυχική απομόνωση του ποιητή. Ο χρόνος, που φέρνει μαζί του μιαν...
.........
η συνέχεια εδώ

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Οδυσσέας Ελύτης — Ἑπτά νυχτερινά ἑπτάστιχα
«Το διάδημα του φεγγαριού στο μέτωπο της νύχτας
Όταν μοιράζονται οι σκιές την επιφάνεια/Της δράσης»

Arkhip Kuindzhi - Moonlight Night on Dneper (1880) 
The State Russian Museum, St. Petersburg, Russia.
 Ι 
Όνειρα κι όνειρα ήρθανε
Στα γενέθλια των γιασεμιών
Νύχτες και νύχτες στις λευκές
Αϋπνίες των κύκνων
Η δροσιά γεννιέται μες στα φύλλα
Όπως μες στον απέραντο ουρανό
Το ξάστερο συναίσθημα.


– ΙΙ –
Εὐνοϊκές ἀστροφεγγιές ἔφεραν τὴ σιωπή
Καὶ πίσω ἀπ’ τὴ σιωπή μιὰ μελῳδία παρείσαχτη
Ἐρωμένη
Ἀλλοτινῶν ἤχων γόησσα

Μένει τώρα ὁ ἴσκιος ποὺ ἀτονεῖ
Καὶ ἡ ραϊσμένη ἐμπιστοσύνη του
Καὶ ἡ ἀθεράπευτη σκοτοδίνη τοῦ – ἐκεῖ.

– ΙΙΙ –
Ὅλα τὰ κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
Ὅλα τὰ δάχτυλα
Σιωπὴ

Ἔξω ἀπὸ τ’ ἀνοιχτό παράθυρο τοῦ ὀνείρου
Σιγὰ σιγὰ ξετυλίγεται
Ἡ ἐξομολόγηση
Καὶ σὰν θωριά λοξοδρομάει πρὸς τ’ ἄστρα!

– ΙV –
Ἕνας ὦμος ὁλόγυμνος
Σὰν ἀλήθεια
Πληρώνει τὴν ἀκρίβεια του
Στὴν ἄκρια τούτη τῆς βραδιᾶς
Ποὺ φέγγει ὁλομόναχη
Κάτω ἀπ’ τὴ μυστικιά ἡμισέληνο
Τῆς νοσταλγίας μου.

– V –
Τὴν ἀφρούρητη νυχτιά πήρανε θύμησες
Μαβιές
Κόκκινες
Κίτρινες

Τ’ ἀνοιχτὰ μπράτσα της γεμίσανε ὕπνο
Τὰ ξεκούραστα μαλλιά της ἄνεμο
Τὰ μάτια της σιωπή.

– VI 
Ανεξιχνίαστη νύχτα πίκρα δίχως άκρη
Βλέφαρο ανύσταχτο
Πριν βρει αναφιλητό καίγεται ο πόνος
Πριν ζυγιαστεί γέρνει ο χαμός

Καρτέρι μελλοθάνατο
Σαν ο συλλογισμός από τον μάταιο μαίανδρο
Στην ποδιά της μοίρας του συντρίβεται.


– VII 
Το διάδημα του φεγγαριού στο μέτωπο της νύχτας
Όταν μοιράζονται οι σκιές την επιφάνεια
Της δράσης
Κι ο πόνος μετρημένος από εξασκημένο αυτί
Ακούσιος καταρρέει
Μες στην ιδέα που αχρηστεύεται απ' το μελαγχολικό

Σιωπητήριο.
Από την ποιητική συλλογή "Προσανατολισμοί(1940)

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Νίκος Καρούζος — Μια δοξασία κ' η ζωή ολάκερη νομίζω
«Δεν έχω τίποτα με τους νεκρούς ούτε με τ’ άστρα:
λαμποκοπούσαν ανέκαθεν, απ’ την αρχαιότητα.»

Painting with rooster and chicken - Barbaras HD Wallpapers

Το καλοκαίρι μένουν άναυδοι οι χείμαρροι
κι αυτό το πριονίδι του καιρού
με την παράξενη οσμή: τα δευτερόλεπτα
σιγά-σιγά σαπίζει.
Πότε κ’ εγώ θα ξεμεθύσω;
Η νύχτα του Καρκίνου μπερδεύει το περπάτημα
με περιπαίζει ασύστολα και χθες ακόμη
μελετούσα θλιβερά παραλληλόγραμμα
γυρεύοντας να νιώσω γεωμέτρης.
Ο Σκορπιός είχε πάχνη και βούλιαζε αφάνταστα.
Θυμήθηκα δίχως λόγο θαυμάσιες
παραλίες με πολύχρωμη κίνηση
κι απότομα τη Φυσική να μην υπάρχει
στα ηλιόλουστα φεγγάρια της Προϊστορίας
όταν οι πηδηχτοί νάνοι – ποιοι νάνοι; -
με τα ενέχυρα του θανάτου και τη μαχαιριά
κλοτσούσαν ουρλιάζοντας τον αέρα.
Ευτύχημα, είπα, που δεν έχουμε κανένα όφελος.
Ευτύχημα να μας σπρώχνει ολοένα ο χρόνος.
Άμφια της αυγής τρομαχτικά
χαράματα τυλιγμένα σε άνηθο
της ταραχής αχτιδοβόλο σμάλτο.
Δεν έχω τίποτα με τους νεκρούς ούτε με τ’ άστρα:
λαμποκοπούσαν ανέκαθεν, απ’ την αρχαιότητα.
Βλέπω μονάχα τον ασίγαστο γυρισμό της χλόης
τα τρομερά της ύλης παραληρήματα.
Ξημέρωσε πάλι και μεγάλωσε
το λαρύγγι του κόκορα.
Ο σκύλος άρχισε τα βήματα.
Επίσης άρχισαν τα πρώτα λεωφορεία.
Το χρόνο πάντα τον αισθάνομαι στην ωμοπλάτη.

ΛΕΥΚΟΠΛΑΣΤΗΣ ΓΙΑ ΜΙΚΡΕΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΝΤΙΝΟΜΙΕΣ (1971)

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Νίκος Καρούζος — Ανθολογία
«Κομμένος όπως το λουλούδι μες στο βάζο
θα ζούσε το απόλυτο κι ο άνθρωπος χωρίς να ζει.»

Κομμένος όπως το λουλούδι μες στο βάζο
θα ζούσε το απόλυτο κι ο άνθρωπος χωρίς να ζει.
Θα ’τανε χιόνι απάτητο
βροχή που πήρε άλλη απόφαση
και δε θα πέσει.
Θα ’τανε μια πασίλευκη
και ώριμη σιγή που ξεσκεπάζει
πως η γαλήνη ειν’ ο θεός λέξη προς λέξη
δίχως να περισσεύει τίποτα.
Έτσι μιλούσα βλέποντας
εξαίσια ρόδινες ορτανσίες άσπρες και γαλάζιες
ωσάν κομμώσεις θεαινών,
χρυσαφικές αλλόφρονες
μπετίνες και ελισαβέτες
με τα ωραία σκήπτρα τα αναρριχώμενα
μιλούσα βλέποντας
τα χιονόσφαιρα και τα μπαλέτα
τις ανοιγμένες ταϊτές τους μπακαράδες
όταν ουρλιάζει τρυφερά στην ομορφιά της η κλοξίνια
και ξεθυμαίνουν από κίτρινα μικρά καμώματα
χαώδεις οι πρασινάδες
με τους ατλαντικούς απόκοσμες ασκληπιάδες
και τους φιλάδελφους στην ίδιαν αποκάλυψη
στον ίδιο φανερωτικό βωμό της Δήμητρας
όπως η μοβ εκείνη κληματίδα που μ’ εκπλήττει
μόνη της
ανασκευάζοντας τη νύχτα και τ’ αστέρια
η μοβ εκείνη του αέρα κρύπτη.
Βρισκόμαστε ποτέ πιο πάνω απ’ τ’ αστέρια;
Χαιρόμαστε ποτέ το φως απ’ τη μαυρίλα;
Ή μήπως είδαμε για ένα έστω δευτερόλεπτο
τη σιωπή σωστά καθισμένη;
Θρήνος που είναι τ’ άνθη στα δάχτυλά μας
κι άχραντο σκοτάδι!
Λαβωμένος απ’ το φεγγάρι με μάλαμα
βλέπω καλύτερα πόσο
φθονούμε την καθαρή θνητότητα
που ’χει βαθειά και τόσο ξάστερη
κομμένο το λουλούδι μες στο βάζο...
Νεάνιδες θροΐζουν ευγενικά
στην απεραντοσύνη του έρωτα
και τι γοργά χαράματα όταν φυσήξει ο χάρος!
Πολύχρωμοι
στην υψωμένη τους ερημία
θροΐζουν οι γλαδίολοι.

ΛΕΥΚΟΠΛΑΣΤΗΣ ΓΙΑ ΜΙΚΡΕΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΝΤΙΝΟΜΙΕΣ (1971)

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Μανόλης Αναγνωστάκης — Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.
Thessaloniki, Days Of 1969 A.D. - Jahrestage 1969 n. Ch.

Στην οδό Αιγύπτου ―πρώτη πάροδος δεξιά―
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως.
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε.
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες·
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται Η Τράπεζα Συναλλαγών
―εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται―
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
―εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν―
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές

Η Ελλάς των Ελλήνων.

από το "Ποιήματα 1941-1971", Νεφέλη 2000
💵💶💵💶💵
THESSALONIKI, DAYS OF 1969 A.D. - Poem by Manolis Anagnostakis

In Egyptou Street -first turning right
There now stands the Transaction Bank Building
Tourist agencies and emigration bureaus
And kids can no longer play with all the trafficpassing
...
more

💵💶💵💶💵
Thessaloniki, Jahrestage 1969 n. Ch.
An der Ägyptischen Allee - erste Nebenstraße links -
Schießen heute das Hochhaus der Handelsbank,
Reisebüros und Emigrationsbehörden in die Höhe.
Und die Kleinen können nicht mehr wegen des dichten Verkehrs,
der vorbeirauscht, auf der Straße spielen.
..........

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Λευτέρης Παπαδόπουλος — Το παλιό ρολόι

Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Ερμηνευτής: Γιάννης Καλατζής

Το παλιό ρολόι του μικρού σταθμού
στάθηκε στην ώρα του αποχωρισμού.
Είχε βασιλέψει και με φίλαγες
κοίταζες τα τρένα και δεν μίλαγες.

Χάθηκες μέσα στ' απόβραδο
μέσα στη μπόρα, τον καπνό
και τη νυχτιά.
Κι έγινε το Σαββατόβραδο
ένα λουλούδι πεταμένο στη φωτιά.

Στο παλιό μας σπίτι κάθε δειλινό
βγαίνω στο κατώφλι και σε καρτερώ
Και περνούν τα τρένα και σφυρίζουνε
μα τα χελιδόνια δεν γυρίζουνε.

Χάθηκες μέσα στ' απόβραδο
μέσα στη μπόρα, τον καπνό
και τη νυχτιά.
Κι έγινε το Σαββατόβραδο
ένα λουλούδι πεταμένο στη φωτιά.

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος — Η νύχτα και το κερί
«Ο μισθός των ανθρώπων δε φτάνει να βλέπουν.
Δε φτάνει ν’ ακούν, ν’ αγαπούν/και να σκέφτονται.»

The coalminers: In the shadow of disaster …
Φαγωμένα, καμπούρικα, τρέχουν τα χέρια.
Το μεροκάματο είναι το μόνο τους άνθος.
Φουχτιάζουν το μέταλλο φουχτιάζουν το κάρβουνο,
γαντζώνουν σαν νύχια γερακιού το ψωμί.
Ο μισθός των ανθρώπων δε φτάνει να βλέπουν.
Δε φτάνει ν’ ακούν, ν’ αγαπούν
και να σκέφτονται.
Η μεγάλη στρατιά τους:
ένα ποτάμι, ατέλειωτο, άμορφο.
Ο μισθός τους δε φτάνει να γίνουνε πρόσωπα.
Κι ο λόγος, το ξέρω, δεν φτάνει ως τη μαύρη
μάζα τους, ούτε σαν σταγόνα λαδιού.
Κι ο λόγος μου, λόγος του καιόμενου αίματος,
δε φτάνει για τίποτα. Σε μι’ απέραντη νύχτα
μοιάζει σα νάχω μόλις ανάψει
ένα κερί.

Το βάθος του κόσμου (1961)

Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Γιῶργος Σεφέρης — Ἀλληλεγγύη
«Ἔχασε τὸ χρῶμα του πιὰ αὐτὸς ὁ κόσμος
καθὼς τὰ φύκια στ᾿ ἀκρογιάλι τοῦ ἄλλου χρόνου
γκρίζα ξερὰ στὸ ἔλεος τοῦ ἀνέμου.»

Εἶναι ἐκεῖ δὲν μπορῶ ν᾿ ἀλλάξω
μὲ δυὸ μεγάλα μάτια πίσω ἀπ᾿ τὸ κύμα
ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ φυσᾶ ὁ ἀγέρας
ἀκολουθώντας τὶς φτεροῦγες τῶν πουλιῶν
εἶναι ἐκεῖ μὲ δυὸ μεγάλα μάτια
μήπως ἄλλαξε κανεὶς ποτέ του.


Τί γυρεύετε; τὰ μηνύματά σας
ἔρχουνται ἀλλαγμένα ὡς τὸ καράβι
ἡ ἀγάπη σας γίνεται μίσος
ἡ γαλήνη σας γίνεται ταραχὴ
καὶ δὲν μπορῶ νὰ γυρίσω πίσω
νὰ ἰδῶ τὰ πρόσωπά σας στ᾿ ἀκρογιάλι.


Εἶναι ἐκεῖ τὰ μεγάλα μάτια
κι ὅταν μένω καρφωμένος στὴ γραμμή μου
κι ὅταν πέφτουν στὸν ὁρίζοντα τ᾿ ἀστέρια
εἶναι ἐκεῖ δεμένα στὸν αἰθέρα
σὰ μιὰ τύχη πιὸ δική μου ἀπ᾿ τὴ δική μου.


Τὰ λόγια σας συνήθεια τῆς ἀκοῆς
βουίζουν μέσα στὰ ξάρτια καὶ περνᾶνε
μήπως πιστεύω στὴν ὕπαρξή σας
μοιραῖοι σύντροφοι, ἀνυπόστατοι ἴσκιοι.

Ἔχασε τὸ χρῶμα του πιὰ αὐτὸς ὁ κόσμος
καθὼς τὰ φύκια στ᾿ ἀκρογιάλι τοῦ ἄλλου χρόνου
γκρίζα ξερὰ στὸ ἔλεος τοῦ ἀνέμου.


Ἕνα μεγάλο πέλαγο δυὸ μάτια
εὐκίνητα καὶ ἀκίνητα σὰν τὸν ἀγέρα
καὶ τὰ πανιά μου ὅσο κρατήσουν, κι ὁ θεός μου.

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Γιῶργος Σεφέρης — Σχέδια γιά ἕνα καλοκαίρι
«Ἄνθη τῆς πέτρας μπροστὰ στήν πράσινη θάλασσα
μέ φλέβες πού μοῦ θύμιζαν ἄλλες ἀγάπες»

Ἄνθη τῆς πέτρας μπροστὰ στὴν πράσινη θάλασσα
μὲ φλέβες ποὺ μοῦ θύμιζαν ἄλλες ἀγάπες
γυαλίζοντας στ᾿ ἀργὸ ψιχάλισμα,
ἄνθη τῆς πέτρας φυσιογνωμίες
ποὺ ἦρθαν ὅταν κανένας δὲ μιλοῦσε καὶ μοῦ μίλησαν
ποὺ μ᾿ ἄφησαν νὰ τὶς ἀγγίξω ὕστερ᾿ ἀπ᾿ τὴ σιωπὴ
μέσα σε πεῦκα σὲ πικροδάφνες καὶ σὲ πλατάνια.

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Οδυσσέας Ελύτης — Σώμα του καλοκαιριού
«Της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά σιγά
Και πλάι απ' το νερό που στάζει συλλαβίζοντας
Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο.»

Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή
Πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες
Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος
Τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους
Της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά σιγά
Και πλάι απ' το νερό που στάζει συλλαβίζοντας
Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο.
Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές
Ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα
Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ' αυτιά του
Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του
Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης
Κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα
Σταλμένο απ' τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε:

Ω σώμα του καλοκαιριού, γυμνό, καμένο
Φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι
Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς
Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς
Άχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο
Γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες
Σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας!

Έρχονται σιγανές βροχές ραγδαία χαλάζια
Περνάν δαρμένες οι στεριές στα νύχια του χιονιά
Που μελανιάζει στα βαθιά μ' αγριεμένα κύματα
Βουτάνε οι λόφοι στα πηχτά μαστάρια των νεφών
Όμως και πίσω απ' όλα αυτά χαμογελάς ανέγνοια
Και ξαναβρίσκεις την αθάνατη ώρα σου
Όπως στις αμμουδιές σε ξαναβρίσκει ο ήλιος
Όπως μες στη γυμνή σου υγεία ο ουρανός.

Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

Κώστας Βάρναλης — «Να σ’ αγναντεύω θάλασσα»
Γιώργος Αυγουστάτος — ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑ Ν.6

Βασίλης Βαγιάννης
Να σ’ αγναντεύω, θάλασσα,
να μη χορταίνω απ’ το βουνό ψηλά
στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά.

Να ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερο,
όντας μετ’ άξαφνη νεροποντή
χυμάει μες απ’ τα σύννεφα θαμπωτικά γελώντας
ήλιος χωρίς μαντύ.

Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια,
οι κάβοι, τ’ ακρόγιαλα σαν μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ’ ένα καράβι
ν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.

Ξανανιωμένα απ’ το λουτρό να ροβολάνε κάτου
την κόκκινη πλαγιά χορευτικά τα πεύκα,
τα χρυσόπευκα, κι ανθός του μαλαμάτου
να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά.

Κι αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό χορό τους
ως μέσα στο νερό τα ερημικά χιονόσπιτα
κι αυτά μες στ’ όνειρό τους να τραγουδάνε, αξύπνητα καιρό.

Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτεινέ έρωτά μου
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά.

Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ,
στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους
και να με πας πολύ μακρυά απ’ τη μαύρη τούτη Κόλαση,
μακρυά πολύ κι από τους μαύρους κολασμένους

Πρόλογος «Στο φως που καίει»


ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑ Ν.6 ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΓΙΑ ΠΙΑΝΟ "ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΕΣ" 
ΤΟΥ ΣΥΝΘΕΤΗ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΑΤΟΥ
ΠΙΑΝΟ-ΒΙΝΤΕΟ:ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΑΤΟΣ